Ειδήσεις — 08/12/2011 at 10:32

Η Κοινή Υπουργική Απόφαση για τις Υδατοκαλλιέργειες: Ένα Συνονθύλευμα Παρανομιών και Αντιφάσεων

by

Η Κοινή Υπουργική Απόφαση για τις Υδατοκαλλιέργειες: Ένα Συνονθύλευμα Παρανομιών και ΑντιφάσεωνΣτις 4 Νοεμβρίου 2011 δημοσιεύτηκε η Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΚΥΑ) με την οποία εγκρίνεται το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Υδατοκαλλιέργειες και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΦΕΚ Β’ 2505/4-11-2011). Η εν λόγω ΚΥΑ  είναι παράνομη διότι παραβιάζει την εθνική, την ευρωπαϊκή και τη διεθνή νομοθεσία που έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση. Παράλληλα βρίθει από αντιφάσεις και αντινομίες που την καθιστούν ανακόλουθη ως προς τους στόχους της και αναποτελεσματική.

1. Σύμφωνα με την οδηγία 2001/42/ΕΚ σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων (Οδηγία για τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση [ΣΠΕ])[1] επιβάλλεται η εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 της ως άνω οδηγίας πραγματοποιείται ΣΠΕ για σχέδια και προγράμματα τα οποία ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον. Στα ως άνω σχέδια και προγράμματα περιλαμβάνεται ρητά και όσα αφορούν στο χωροταξικό σχεδιασμό σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 2 της ίδιας οδηγίας.

2. Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, η εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων «πραγματοποιείται κατά την εκπόνηση ενός σχεδίου ή προγράμματος και πριν από την έγκρισή του ή την έναρξη της σχετικής νομοθετικής διαδικασίας.» Όπως ρητά αναφέρει το άρθρο 2(β) της οδηγίας «ως εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων νοείται η εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, η διεξαγωγή διαβουλεύσεων, η συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής μελέτης και των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων κατά την λήψη αποφάσεων καθώς και η παροχή πληροφοριών σχετικά με την απόφαση, σύμφωνα με τα άρθρα 4 έως 9.»

3. Κεντρική θέση στο σύστημα της οδηγίας ΣΠΕ κατέχει η περιβαλλοντική μελέτη η επονομαζόμενη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ). Ειδικότερα, κατά το άρθρο 2(γ) της οδηγίας, η ΣΜΠΕ είναι το τμήμα του συνόλου των εγγράφων του σχεδίου ή προγράμματος που πρέπει να ολοκληρωθεί σύμφωνα με το άρθρο 5 σε συνδυασμό με το παράρτημα Ι. Περαιτέρω, η οδηγία 2001/42/ΕΚ δεν αρκείται μόνο στη διαδικασία αλλά αποσκοπεί σε ουσιαστικά αποτελέσματα, όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις των άρθρων 8, 9 και 10. Για το λόγο αυτό η ποιότητα του περιεχομένου της ΣΜΠΕ είναι πρωταρχικής σημασίας στο σύστημα ΣΠΕ που καθιερώνει η εν λόγω οδηγία.

4. Σύμφωνα με το άρθρο 5 παράγραφος 1 της οδηγίας 2001/42/ΕΚ, οι πληροφορίες που πρέπει να περιλαμβάνονται στην ΣΜΠΕ είναι, μεταξύ άλλων, οι ενδεχόμενες σημαντικές επιπτώσεις του σχεδίου ή προγράμματος στη βιοποικιλότητα (πανίδα και χλωρίδα), στον πληθυσμό, στην ανθρώπινη υγεία, στο έδαφος, στο νερό, στον αέρα, στους κλιματικούς παράγοντες, στην πολιτιστική κληρονομιά (αρχιτεκτονική και αρχαιολογική), στο τοπίο και στις σχέσεις μεταξύ αυτών[1].

5. Εν προκειμένω, η εγκριθείσα ΣΜΠΕ δεν αναφέρει κανένα απολύτως στοιχείο από τα οριζόμενα στο παράρτημα Ι της οδηγίας ΣΠΕ (π.χ. πληροφορίες για τα περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά των περιοχών που ενδέχεται να επηρεαστούν σημαντικά, τις ενδεχόμενες επιπτώσεις στη βιοποικιλότητα, στην υγεία του ανθρώπου κλπ). Αντίθετα περιορίζεται σε μια επιδερμική και γενική εγκυκλοπαιδική αναφορά στο ελληνικό  περιβάλλον με αποτέλεσμα να μην εκπληρώνει το ρόλο της που είναι η ανάδειξη των περιβαλλοντικών κριτηρίων για τον καθορισμό των Περιοχών Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΑΥ).

6. Η πρώτη σημαντική διαπίστωση είναι ότι ο καθορισμός των ΠΑΥ δεν προκύπτει από τη ΣΜΠΕ αλλά είναι εντελώς αυθαίρετος. Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει καμία αναφορά στη ΣΜΠΕ σχετικά με τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα περιβαλλοντικά κριτήρια καθορισμού των ΠΑΥ. Ομοίως, η κατάταξη των ΠΑΥ σε πέντε κατηγορίες είναι εντελώς αυθαίρετη διότι δεν προκύπτει από αξιολόγηση περιβαλλοντικών κριτηρίων τα οποία θα έπρεπε να περιλαμβάνονταν –και αυτά- στην εγκριθείσα ΣΜΠΕ.

7. Με βάση τα παραπάνω συνάγεται ότι τόσο ο καθορισμός όσο και η κατηγοριοποίηση των ΠΑΥ στην ΚΥΑ για τις υδατοκαλλιέργειες είναι παράνομοι διότι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η οδηγία ΣΠΕ και στις οποίες αναφερθήκαμε παραπάνω.

8. Η οδηγία 2000/60 για την πολιτική στον τομέα των υδάτων προβλέπει ότι μέχρι τον Δεκέμβριο του 2009 θα έπρεπε να είχαν θεσπιστεί σχέδια διαχείρισης των λεκανών απορροής ποταμού (άρθρο 13) και να είχαν καταρτιστεί μέτρα ελέγχου των απορρίψεων που ενδέχεται να προκαλέσουν ρύπανση (άρθρο 11). Μέχρι τώρα στη χώρα μας δεν έχει θεσπιστεί κανένα σχέδιο διαχείρισης και δεν έχει καταρτιστεί κανένα μέτρο αποτροπής της υποβάθμισης των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων. Να σημειωθεί ότι στο προστατευτικό πεδίο της οδηγίας 2000/60 (άρθρα 11 και 13) περιλαμβάνονται και τα παράκτια ύδατα στα οποία είναι εγκατεστημένες ή θα εγκατασταθούν υδατοκαλλιέργειες.

9. Η  χωροθέτηση, λοιπόν, των ΠΑΥ η οποία επιχειρείται με την εν λόγω ΚΥΑ είναι παράνομη διότι δεν υπάρχει σχέδιο διαχείρισης ούτε κατάρτιση μέτρων για τις περιοχές λεκάνης απορροής ποταμού της χώρας –σύμφωνα με την οδ. 2000/60- ούτε ισοδύναμη επιστημονική μελέτη ώστε να προκύπτει εάν και κατά πόσο υπάρχει συμβατότητα της κάθε ΠΑΥ με τα υδρολογικά χαρακτηριστικά της περιοχής και πώς θα αντιμετωπιστούν οι αρνητικές συνέπειες.

10. Περαιτέρω, το άρθρο 6 της ΚΥΑ  ρυθμίζει, μεταξύ των άλλων, την ίδρυση Περιοχών Οργανωμένης Ανάπτυξης Υδατοκαλλιεργειών (ΠΟΑΥ) εντός των οποίων –κατά κανόνα- θα χωροθετούνται οι μονάδες υδατοκαλλιέργειας. Εκεί προβλέπεται ότι ο καθορισμός ΠΟΑΥ έχει ως προϋπόθεση την ύπαρξη σχεδίων διαχείρισης σύμφωνα με την οδηγία 2000/60 και ΣΜΠΕ σύμφωνα με την οδηγία 2001/42. Εν προκειμένω, πρόκειται για ετεροχρονισμό που δημιουργεί ανεπίλυτη αντινομία διότι οι ΠΑΥ, εντός των οποίων ιδρύονται οι ΠΟΑΥ, είναι αυτές που θα έπρεπε να καθοριστούν με βάση τα σχέδια διαχείρισης και τη ΣΜΠΕ και όχι οι ΠΟΑΥ.

11. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 5, καθορίζονται οι ΠΑΥ χωρίς να γνωρίζουμε απολύτως τίποτε για τα περιβαλλοντικά δεδομένα τους καθόσον ελλείπει οποιαδήποτε αναφορά στην εγκριθείσα ΣΜΠΕ και εκ των υστέρων, σύμφωνα με το άρθρο 6 -που ορίζει τη διαδικασία ίδρυσης των ΠΟΑΥ εντός των ως άνω ΠΑΥ- αναζητούνται τα παραπάνω περιβαλλοντικά δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι ο νομοθέτης βάζει την άμαξα πριν από τα βόδια, υιοθετεί δηλαδή μια πρωθύστερη αντίληψη που δεν είναι συμβατή όχι μόνο με τη νομοθεσία αλλά ούτε και με την κοινή λογική. Είναι προφανές ότι η ανωτέρω αντίληψη συνδέεται με την κύρια προσπάθεια του νομοθέτη που είναι να διατηρήσει το status quo, πράγμα που οδηγεί στο να υποστεί πλήγμα τόσο το περιβάλλον όσο και η ορθολογική διαχείριση των υδατοκαλλιεργειών.

12. Ένα άλλο εξαιρετικής σημασίας ζήτημα είναι αυτό της σχέσης της χωροθέτησης των ΠΑΥ με το δίκτυο Natura 2000 (οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων[2]). Στην εγκριθείσα ΣΜΠΕ δεν αναφέρεται απολύτως τίποτε σχετικά με την ανωτέρω σχέση. Συγκεκριμένα, η ΣΜΠΕ δεν κάνει αναφορά εάν και κατά πόσο οι οριζόμενες στον πίνακα 1 του παραρτήματος ΠΑΥ είναι εντός ή εκτός του δικτύου Natura 2000. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα πραγματολογικά δεδομένα, αρκετές από αυτές είναι  εντός του ανωτέρω δικτύου.

 

13. Ειδικότερα, κατά την οδηγία 2001/42, για σχέδια και προγράμματα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της βάσει του άρθρου 3 (2)(β), απαιτείται να υπάρχει «δέουσα» εκτίμηση σύμφωνα με το άρθρο 6(3)  της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Στην εγκριθείσα ΣΜΠΕ δεν περιλαμβάνεται η ως άνω «δέουσα» εκτίμηση και η έλλειψή της παραβιάζει το ως άνω όρθρο. Συνεπώς, η ΚΥΑ για τις υδατοκαλλιέργειες είναι παράνομη και για το λόγο αυτό.

14. Περαιτέρω, η ανωτέρω παράλειψη θα δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στην ύστερη φάση της αδειοδότησης των μονάδων υδατοκαλλιέργειας εντός ή εκτός ΠΟΑΥ. Συγκεκριμένα, η χορήγηση άδειας σε μονάδα υδατοκαλλιέργειας είτε δεν θα μπορεί να εκδοθεί είτε αν εκδοθεί θα είναι παράνομη διότι θα στηρίζεται σε μη έγκυρη προηγούμενη πράξη όπως είναι αυτή της (παράνομης) έγκρισης της ΣΜΠΕ που γίνεται με την εν λόγω ΚΥΑ. Όπως, λοιπόν, είναι φυσικό δημιουργείται ανασφάλεια δικαίου η οποία θα έχει σημαντικές αρνητικές επιπτώσεις για τις μελλοντικές επενδύσεις στο συγκεκριμένο τομέα.

 

15. Το Πρωτόκολλο στη Σύμβαση της Βαρκελώνης για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου[3] περιλαμβάνει ρυθμίσεις που τυγχάνουν εφαρμογής εν προκειμένω. Συγκεκριμένα το άρθρο 18 του Πρωτοκόλλου επιβάλλει στα συμβαλλόμενα κράτη να εκπονούν εθνική στρατηγική για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων περιοχών τους στην οποία να προσδιορίζονται τα παράκτια οικοσυστήματα που χρειάζονται διαχείριση και να απαριθμούνται μέτρα για την προστασία τους. Περαιτέρω, το άρθρο 19 του Πρωτοκόλλου προβλέπει ότι τα συμβαλλόμενα κράτη προβαίνουν σε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα στις παράκτιες περιοχές η οποία (εκτίμηση) πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις αλληλεξαρτήσεις μεταξύ θαλάσσιων και χερσαίων τμημάτων. Επιπλέον, το ίδιο άρθρο απαιτεί να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση οι σωρευτικές επιπτώσεις στις παράκτιες περιοχές.

16. Όπως προκύπτει από τις ρυθμίσεις της ΚΥΑ και από την εγκριθείσα ΣΜΠΕ δεν πληρούνται οι όροι που θέτει το Πρωτόκολλο καθόσον ούτε εθνική στρατηγική για την ολοκληρωμένη διαχείριση των παράκτιων περιοχών της Ελλάδας υφίσταται όπως προβλέπει το άρθρο 18 ούτε εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων έχει εκπονηθεί όπως προβλέπει το άρθρο 19. Συνεπώς η εν λόγω ΚΥΑ είναι παράνομη και για το λόγο αυτό ότι δηλαδή παραβιάζει τα άρθρα 18 και 19 του Πρωτοκόλλου.

Συμπέρασμα

Σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, η ΚΥΑ με την οποία εγκρίνεται το Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Υδατοκαλλιέργειες και η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΦΕΚ Β’ 2505/4-11-2011) είναι παράνομη και πρέπει να ανακληθεί.

Γιώργος Μπάλιας

Δρ Νομικής-Δικηγόρος

Leave a Comment