Επικαιρότητα — 15/10/2011 at 09:41

Φλώρα Αλυφαντή: Η Πολιτική Έχει Πεθάνει

by

Φλώρα Αλυφαντή: Η Πολιτική Έχει ΠεθάνειΌποια πέτρα κι αν σηκώσεις στο νησί θα γράφει από κάτω το όνομά της. Πεισματάρα, πανέξυπνη, ντόμπρα όσο και διπλωμάτισσα, ισορροπίστρια όσο και αλύγιστη, σημαδεύει κάθε φορά το στόχο της κατευθείαν στο κέντρο – εκεί που γίνονται τα πράγματα, αντί να μένουνε στα λόγια – και μ’ ένα μαγικό τρόπο, το πετυχαίνει. Στη διοργάνωση του φετινού φεστιβάλ ήταν ο άνθρωπος που έλυνε στο παρασκήνιο όλους τους κόμπους. «Διακόσια ευρώ θέλουμε γι αυτό; Πάω μια βόλτα να τα μαζέψω κι έρχομαι.» Ή, «Κρασί για τα εγκαίνια της διαδρομής; Πετάγομαι μισό λεπτό στο Ντε Λούκα.» Για τα εισιτήρια είχε κονέ με τα καράβια και τις εταιρείες τους, για τα δωμάτια με τους ξενοδόχους και τους πανδοχείς. Για τη μεταφορά του πιάνου στην Αφαία, αλλά και ποιος θα το κούρδιζε μετά, είχε στο τσεπάκι τις λύσεις, κι αν φτάνοντας στην παραλία της Αύρας για τη βραδιά βιβλίου έβλεπε τις καρέκλες στοιβαγμένες, και να είναι οκτώ παρά τέταρτο και η εκδήλωση να αρχίζει στις οκτώ, παρατούσε τη τσάντα της και τη ζακέτα της κι έπιανε να ξεντανιάζει τα πλαστικά καθίσματα, με φόρα μαθητριούλας, χωρίς να περιμένει ούτε υπεύθυνους, ούτε διοργανωτές, ούτε κανέναν. Υποστήριξε τους πάντες και τα πάντα με όλη της τη ψυχή, από την αντισυμβατική συναυλία του Schoolwave ως το παστέλι του Guinness και την έκθεση μαθητικής φωτογραφίας, κι έκανε τα ανέφικτα εφικτά. Με κύριο κέρδος της, λέει η ίδια, την τριβή, τη γνωριμία, με άλλους ανθρώπους που αγαπάνε τον τόπο της όπως εκείνη.

Η ιστορία ξεκινάει τον Απρίλη του ’42 που γεννήθηκε, ένα από τα 5 παιδιά του, ψαρά τότε, Γιάννη Μαρμαρινού. Στη συνέχεια ο πατέρας της πήρε καΐκι κι έφερνε προϊόντα από τον Πειραιά, μετά άρχισε να εμπορεύεται στην ψαραγορά, πάγο κυρίως. Θυμάται ακόμα τα πιτσιρίκια της ηλικίας της που έρχονταν να κουβαλήσουν τον πάγο στα διάφορα σπίτια για ένα χαρτζιλίκι. Δύσκολα χρόνια, εκεί στις αρχές του ’50, αλλά και με μια παράξενη ελευθερία, μια παράξενη δυναμική. Στα 9 της έμπλεξε με ένα αιώνιο πάθος της – το ποδόσφαιρο.  «Βγαίναμε όλα τα παιδιά της γειτονιάς και παίζαμε στην Αφαίας. Ούτε αυτοκίνητα περνούσαν τότε, ούτε τίποτα. Κανένα γαϊδούρι ή κανένα κάρο το πολύ.» Το ’53, τους σταμάτησε μια μέρα το παιχνίδι μια μπουλντόζα – είχε έρθει η ώρα της ασφαλτόστρωσης. Ο κόσμος άλλαζε, μα η έφηβη Φλώρα βρήκε τον τρόπο να δραπετεύσει στην άπλα που λαχταρούσε η καρδιά της. Όλες τις σχολικές διακοπές, κι όλα τα σαββατοκύριακα, τα περνούσε στο μοναστήρι του Αγίου Νεκταρίου. «Είχα τη θεία μου εκεί, καλόγρια, τη γερόντισσα Μακρίνα και πήγαινα και καθόμουν μαζί της. Μου δίνανε οι καλόγριες το μουλάρι και τους κουβαλούσα νερό είτε από του Κουρέντη είτε από το πηγάδι που είχε η γιαγιά του Αντώνη (του σημερινού άντρα της) στο Κοντό. Ήταν πλούσια περιοχή, πολλά νερά κι οπωροκηπευτικά. Τομάτες, κολοκύθια, άνοιγε η καρδιά σου να τα βλέπεις.»

Τελειώνοντας το 8τάξιο έδωσε εξετάσεις και πέρασε σε Πάντειο και Νομική, και για ένα χρόνο παρακολούθησε μαθήματα στο Πάντειο. «Σου έχω πει ότι έχω κάνει θεούσα;» βάζει τα γέλια. «Ε, τότε ήτανε.» Κάποιες φίλες συμφοιτήτριες, τη μυούν στο Κατηχητικό, η Φλώρα γράφει θεατρικά κι όλες μαζί τα ανεβάζουν, μα κύρια ψυχαγωγία τους έχουν να πηγαίνουν στην εκκλησία. Από τη φάση τη βγάζει το τσίγκλισμα των δικών της πάνω στο χρόνο, «Δεν έρχεσαι να δώσεις στον ΟΤΕ; Παίρνουν υπαλλήλους αυτή την εποχή.»

Η Φλώρα έρχεται, δίνει, και – φυσικά – περνάει. Βλέποντάς την τόσο προσκολλημένη στη θρησκεία, η θεία της η καλόγρια κι ο ιερέας του Αγίου Νεκταρίου, με το σκεπτικό ότι «αυτή από μόνη της δεν πρόκειται να παντρευτεί,» αποφάσισαν να βάλουν το χεράκι τους. Αποτέλεσμα, το προξενιό με το γνώριμο από τα παιδικά της χρόνια Αντώνη Αλυφαντή. Στον ΟΤΕ έμεινε μόνο ένα χρόνο – μετά με κάποιον τσακώθηκε, είχε μείνει κι έγκυος, τα παράτησε. Έχασε το παιδί με αποβολή. Όπως έχασε και τα επόμενα δυο παιδιά που ένιωσε να μεγαλώνουν στην κοιλιά της. Δύσκολο πράγμα για μια γυναίκα τόσο φυσική, τόσο μάνα – γη, όσο είναι μέχρι σήμερα η κυρά – Φλώρα.  «Άρχισα να πηγαίνω πάλι στο μοναστήρι, τους έκανα τα λογιστικά, κι έκανα και κατηχητικό σε παιδιά σε τρεις ενορίες. Με άνοιγε η επαφή με τα παιδιά, με έβγαζε από ένα αδιέξοδο.» Έτσι γνώρισε και τη Ρούλα το κοριτσάκι που υιοθέτησε στα 11 χρόνια του. «Ήταν από μια χαρά οικογένεια, αλλά με τα μαθήματα και το κατηχητικό, άρχισε να δένεται πολύ μαζί μας. Όλο ερχόταν στο σπίτι, να μας κάνει θελήματα, να τούτο να το άλλο, κι η μάνα μου της είχε φοβερή αδυναμία. Εγώ φοβόμουν μην αγρίευε ο πατέρας της καμιά ώρα, που ήταν αυστηρός άνθρωπος, όμως τελικά δεν είχαμε ποτέ προβλήματα.» Τα σούρτα φέρτα συνεχίζονταν ώσπου μια μέρα, «Τσουπ! Ήρθε με το νυχτικούλι της, κι αυτό ήταν!» Ο κυρ – Αντώνης στην αρχή, λέει, γκρίνιαζε, μα σήμερα είναι πιο δεμένος με τη θετή θυγατέρα τους κι από την ίδια τη Φλώρα.

Έχουμε φτάσει πια στο ’75, όταν βγαίνει πρώτος δήμαρχος μετά τη μεταπολίτευση ο Χρήστος Αξιώτης, με την κυρά – Φλώρα δημοτική του σύμβουλο στα πολιτιστικά. «Ήταν ένας άνθρωπος της 3ης Δημοτικού, παλιός ποδοσφαιριστής του Σαρωνικού και φτάνω να κάνω σύγκριση. Έπαιρνε το μισθό του και πλήρωνε το ΤΕΒΕ του ως μανάβης. Ζητούσε δανεικά για να πληρώνει το ταμείο του. Ήταν έξυπνος, σεμνός και δημιουργικός, και με τα λίγα που ήξερε ήθελε μόνο να προσφέρει.» Μου διηγείται ένα περιστατικό από τα παραπολιτικά της εποχής: κάποτε την πλησίασαν δυο μέλη του συνδυασμού του νέου δημάρχου, να ζητήσουν τη σύμπραξή της για να ρίξουν τον Αξιώτη (προφανώς δεν έκανε τα χατίρια που ορισμένοι γύρευαν), κι η Φλώρα τους απαντάει: «Δεν είχαμε μαζευτεί όλοι στο Μιράντα για να τον ψηφίσουμε; Πώς θα το κάνουμε τέτοιο πράγμα τώρα;» Ο Νίκος Ζωγράφος, αρχηγός της αντιπολίτευσης, αριστερός κι εξαιρετικά μορφωμένος άνθρωπος, όταν έμαθε τα καθέκαστα, τη συγχάρηκε. Είχε και τέτοιους η ελληνική πολιτική σκηνή.

Το φλερτ με την πολιτική κράτησε τρία χρόνια, ως το ’78, μετά δεν άντεξε άλλο το στομάχι της. «Καταφέραμε πολλά πράγματα εκείνη την περίοδο. Καταρχήν, στις φυλακές όλα τα απόβλητα έβγαιναν εκεί που είναι τώρα η ταβέρνα του Μπάμπη. Τρέξαμε με τον Αξιώτη στον Τσάτσο, στο προεδρικό μέγαρο, στο υπουργείο Δικαιοσύνης, ώσπου μας υποσχέθηκαν βιολογικό καθαρισμό, και τον έκαναν. Αυτό που δεν έγινε ήταν η συντήρηση του Κυβερνείου. Μας είχαν βγάλει ένα κονδύλι 600.000 δρχ. από το υπουργείο Πολιτισμού. Μου λέει ο Αξιώτης, Φλώρα ξεκίνα. Εγώ το είχα νταλκά αυτό το κτίριο – ήταν το παλιό μου σχολείο. Κλείσαμε εργάτες, παραγγείλαμε σκαλωσιές, πήραμε άδεια από την αστυνομία να κλείσουμε το δρόμο – και μετά δεν ξέρω τι έγινε, κι όλα κολλήσανε. Δεν είδαμε ποτέ τα λεφτά αυτά. Ούτε άρχισαν ποτέ οι εργασίες. Εκεί που έσκαγα είναι ότι και κεραμίδια μόνο αν έμπαιναν κάτι θα γινόταν.» Μετά από αυτή την απογοήτευση ήρθε καπάκι και μια ταραχή. «Μια μέρα πέσανε καρεκλιές στο δημοτικό συμβούλιο. Δε ντρέπεστε, τους λέω, ήρθαμε εδώ να λύσουμε προβλήματα, κι εμείς μαλώνουμε; Είχα και το παιδί μαζί, Πάμε, Ρούλα, να φύγουμε, της λέω. Και την πήρα και φύγαμε.» Όχι, δεν της ταίριαζε η πολιτική. Εξάλλου είχε βρει ήδη το καινούριο της πεδίο δράσης – ένα πεδίο που δεκαετίες τώρα καλύπτει πλήρως την τεράστια ανάγκη της για συμμετοχή στο γίγνεσθαι της εποχής της. Το Σύλλογο Γυναικών Αίγινας, προσωπικό της δημιούργημα κι επίτευγμα.

Στη διάρκεια της θητείας της ως δημοτική σύμβουλος, η Νομαρχία σε συνεργασία με το Υπουργείο Γεωργίας, έκανε μια σειρά εκπαιδευτικών μαθημάτων στις γυναίκες της Αίγινας, πάνω στη χειροτεχνία: πώς να δουλεύουν το χαλκό, το δέρμα, καλαθοπλεκτική, μπατίκ, διάφορα. 100 γυναίκες πήγαν να τα παρακολουθήσουν. «Δεν υπήρχε τίποτε άλλο τότε στο νησί.»

Της καλάρεσε της Φλώρας η ιδέα. «Το πήραμε και το κάναμε δικό μας. Πόσοι δήμαρχοι έχουν αλλάξει από το ’78; Σε όλους αρωγοί ήμασταν, πουθενά δεν κολλούσαμε.» Παραδοσιακοί χοροί, μαθήματα κοπανέλι, παζάρια, συνεστιάσεις, 33 χρόνια σε ένα στρόβιλο από παιδιά, μανάδες, ιστορίες, συγκινήσεις, Ζωή. Και ταυτόχρονα να έχει το βιβλιοπωλείο, να διοικεί μαζί με τον άντρα της τη γυναικεία ποδοσφαιρική ομάδα του νησιού, να είναι Πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων – «Ήμουνα πολύ κοντά στα παιδιά. Κάθε μέρα στο προαύλιο του σχολείου, μιλούσαμε με τους καθηγητές και λύναμε προβλήματα» – Πρόεδρος της Επαγγελματικής – «Εκεί να δεις τσακωμούς που είχαμε» – να έχει ένα ατελείωτο πάθος με το γήπεδο – «Θα αργήσουμε να τελειώσουμε γιατί έχω να δω την Εθνική;», να κάνει δωρεάν φροντιστήριο σε όποιο παιδί είχε ανάγκη τη βοήθειά της, να γράφει και στις ελεύθερες ώρες της κανένα βιβλίο (Ο Τόπος μου η Αίγινα, ο τίτλος του πρώτου, ενώ το δεύτερο είναι ακόμα ανέκδοτο, και πρόκειται για ένα παραμύθι γύρω από τη ζωή του Άγιου Νεκτάριου.)

Είναι ξύπνια, κι έμπειρη, κι αποδεδειγμένα έχει λιώσει πολλές σόλες οργώνοντας το νησί απ’ άκρη σ’ άκρη σα δούλα του και κυρά μαζί. Η γνώμη της μετράει στις δύσκολες ώρες που μοιάζει να έχουμε μπροστά μας.

-Με ποιο τρόπο πιστεύετε ότι θα μπορούσαμε να βγούμε σαν κοινωνία από το σημερινό εγκλωβισμό;

«Να κατέβουμε όλοι να συνεργαστούμε για να καθαρίσουμε καταρχήν την πόλη μας, να κάνουμε ομάδες καθαρισμού στις γειτονιές μας, καθαρίζοντας γίνεται και το αλισβερίσι το κοινωνικό. Να βγει κι η γειτόνισσα, να πούμε δυο κουβέντες, να γνωριστούμε, να επικοινωνήσουμε. Και το άλλο είναι να αλλάξουμε λίγο τα μυαλά τα σκουριασμένα της πολιτικής. Η πολιτική έχει πεθάνει, το είδαμε, το ζήσαμε. Ένεση ναρκωτικών έχουν καταντήσει οι ειδήσεις.»

Τα λέμε στο ΝΟΑ μέσα σε ένα φθινοπωριάτικο, μολυβί και φούξια σούρουπο. Σηκωνόμαστε να την πάω στο σπίτι της για το πολυπόθητο ματς, Τρίτη 11 Οκτωβρίου, η βραδιά της πρόκρισης της Εθνικής μας στον τελικό. Θα ήθελα να ήμουν από καμιά μεριά να την έβλεπα, να πετάγεται επάνω τη στιγμή του γκολ, με τη μπίρα στο χέρι, να φωνάζει, να αγκαλιάζει τον Αντώνη της, την κόρη της, τα εγγόνια της, όποιον βρει μπροστά της.

-Ποια είναι η πιο τρυφερή κουβέντα που σας έχει πει ο κύριος Αντώνης;

«Πολλές. Όλο αγάπη του με λέει. Μα κοίτα το φεγγάρι. Και χτες, είχε ένα φεγγάρι έξω από το παράθυρο – χίλιες σκέψεις ήτανε!»

Να περνάτε όμορφα, κυρία Φλώρα, για να περνάμε κι εμείς όμορφα μαζί σας.

Leave a Comment