Επικαιρότητα — 19/10/2011 at 11:20

HUGO STROTBAUM – Ένας Ολλανδός Ρεμπέτης

by

HUGO STROTBAUM – Ένας Ολλανδός ΡεμπέτηςΜοιάζει με καλοκάγαθο γίγαντα παιδικού παραμυθιού. Είναι  πανύψηλος, μεγαλόσωμος, πρόσωπο ρόδινο και γελαστό, ετοιμόλογος, κι όταν πιάνει στα χέρια του το μπουζούκι ή το μπαγλαμαδάκι – το οποίο χάνεται μέσα στα στρουμπουλά του δάχτυλα, ακουμπισμένο στην παχουλή κοιλιά – νομίζεις ότι ακούς αγγέλους να τραγουδάν. Όμορφος άνθρωπος, χαρούμενος, πολιτισμένος, και λάτρης της χώρας μας από το ’66 που την πρωτοεπισκέφτηκε χάρη στην προτροπή της αδερφής του. Είχε έρθει πρώτη εκείνη, και του τηλεφώνησε: «Πρέπει να δεις οπωσδήποτε την Ελλάδα. Είναι ακριβώς για σένα». Κι όντως ήταν, όπως διαπίστωσε μόνος του όταν έκανε το ταξίδι. Από τότε έχει έρθει πάνω από 20 φορές: λατρεύει τα πάντα εδώ πέρα, το ύφος, την ατμόσφαιρα, τη μουσική μας και τα παραδοσιακά μας καφενεία, και πάνω απ’ όλα τους ανθρώπους, τους ρυθμούς μας και τη σχέση μας με το χρόνο.

Το μεγαλύτερό του ατού στην κατανόηση της κουλτούρας και των συνηθειών μας, ήταν η γνώση της ελληνικής γλώσσας. Από το σχολείο ακόμα διδάχτηκε τα αρχαία ελληνικά, όπως διδάχτηκε και τα τούρκικα, εξάλλου, καθηγητής της τούρκικης γλώσσας ήταν μέχρι τη συνταξιοδότησή του, στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση της χώρας του.

Σ’ εκείνη την πρώτη του επίσκεψη, πίσω στη δεκαετία του ’60, τον είχαν γοητεύσει καταρχήν τα δημοτικά τραγούδια μας, κι άρχισε να γίνεται συλλέκτης δίσκων. Σ’ έναν από αυτούς, της Δώρας Στράτου, άκουσε το «Απόψε είναι βαριά…», που του άρεσε πάρα πολύ, αν και δεν είχε ιδέα τι ήταν εκείνη την εποχή. Μόλις το ’81 έρχεται η συστηματική γνωριμία με τον κόσμο των ρεμπέτικων, κι από κει και πέρα είναι σα να του έχει ανοίξει ένας δρόμος, όπου τα πράγματα, οι πληροφορίες, τα πρόσωπα, βρίσκονται από μόνα τους μπροστά του. Μέσω των LP που μαζεύει, μαγεύεται από τη δουλειά του Κουνάδη, του Ν. Διονυσόπουλου, του Καλυβιώτη, του Σ. Παπαϊωάννου. Σ’ ένα ταξίδι του γνωρίζει το μπάρμπα – Θανάση, τον αξέχαστο αιγινήτη ρεμπέτη, το ’82 αγοράζει από αυτόν τον πρώτο του μπαγλαμά, το ’85 έρχεται η φιλία και συνεργασία με τον ξακουστό Ιορδάνη, στην Ολλανδία συναντιέται με τρεις άλλους «παλαβούς» σαν τον ίδιο, κάνουν μια κομπανία, τον Ψεύτη Ντουνιά, με την οποία εμφανίζονται μέχρι σήμερα σε ελληνικό εστιατόριο του Άμστερνταμ, αλλά έχουν παίξει και εκτός Ολλανδίας μερικές φορές, στο Βέλγιο, στη Γερμανία.  Δεκαετίες ολόκληρες φορτωμένες ελληνικότητα, φορτωμένες ανατριχίλα και αξέχαστα στιγμιότυπα. Πέρα από την πρακτική ενασχόληση με τον κόσμο του ρεμπέτικου, του γεννιέται το πάθος της έρευνας. Νιώθει ότι οι ηχολήπτες είναι οι πιο αδικημένοι στο σινάφι της δισκογραφίας, κι αποφασίζει να φτιάξει ένα website (www. Recordingpioneers.com) εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στη δικαίωση και την αποκατάσταση των αφανών πρωτοπόρων. Στην ιστοσελίδα του μπορεί να βρει κανείς στοιχεία μέχρι και για ηχολήπτες που δούλεψαν το 1904 και το 1905 σε ηχογραφήσεις τούρκικων και αιγυπτιακών άλμπουμ. Και κάθε φορά που ανακαλύπτει και καταγράφει κάτι νιώθει μια χαρά λες και σκαρφάλωσε στα Ιμαλάια. Απόδειξη, έχει περάσει δυο πρωινά από τη φετινή, πενθήμερη επίσκεψή του στο νησί ψάχνοντας τη βιογραφία του μπάρμπα – Θανάση, κι όταν είδε κι απόειδε ότι είχε εξαντληθεί, δανείστηκε το αντίτυπο ενός φίλου, να το κάνει φωτοτυπίες.

-Μα, τι είναι ακριβώς αυτό που σου δίνει η έρευνα;

-Έχω κάτι με το παρελθόν, σα να θέλω να το κρατήσω, που δεν ξέρω αν είναι ωραίο, γιατί η ζωή πάει μπροστά.

-Πώς σου φαίνονται τα πράγματα για τη χώρα μας, με την κρίση κι όσα ακούγονται για επικείμενες εξελίξεις;

-Το βρίσκω παράξενο που όλες οι χώρες πρέπει να γίνουν το ίδιο. Δε μ’ αρέσει, αλλά φαίνεται ότι προς τα εκεί πάει. Δεν κάνω εγώ κουμάντο για να το αλλάξω. Βέβαια, κι ο Χίτλερ προσπάθησε να κάνει όλη την Ευρώπη ένα, και δεν τα κατάφερε.  Όχι, καθόλου δε θα ήθελα να αλλάξει ο τρόπος της ζωής σας, γιατί είναι σπουδαίος τρόπος ζωής.

Μου λέει κι άλλα, ότι και στην Ολλανδία έχουν αρχίσει να δυσκολεύουν τα πράγματα με τα λεφτά, κι εκεί υπάρχει πρόβλημα με τις τράπεζες και τα δάνεια και τα στεγαστικά, αλλά σε σύγκριση με την Ελλάδα ή την Ιταλία είναι απείρως καλύτερα για τους κατοίκους της χώρας του. Μου διηγείται στιγμιότυπα από τη φιλία του με τον Ιορδάνη: «Σκληρός άνθρωπος, αλλά και ψυχούλα μαζί. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν που μπορούσαμε να καθόμαστε με τις ώρες σ’ ένα καφενείο χωρίς να μας νοιάζει τίποτε, χωρίς καμιά προσπάθεια για κουβέντα. Είναι φιλοσοφία ζωής αυτό.»

Με πειράζει για τη συνέντευξη που του παίρνω, «Άντε, γρήγορα, με περιμένουν από τα Νέα και την Καθημερινή μετά», αλλά είμαι σίγουρη πως περνάει καλά που του δίνεται η ευκαιρία να μιλήσει για τα πράγματα που αγαπάει, και πως ό, τι λέει έχει αλήθεια και ψυχή. Τώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, βρίσκεται για προσκύνημα σε μια άλλη πανέμορφη γωνιά του τόπου μας, στο Πήλιο, το μυθικό βουνό των Κενταύρων, με την αγαπημένη του Πάολα, τη σύντροφό του, πριν πάρουν το δρόμο της επιστροφής για την πατρίδα τους. Η ευχή όσων τους γνώρισαν και τους δυο, είναι με το καλό να μας ξανάρθουνε. Έχουμε ανάγκη φίλους σαν αυτούς.

HUGO STROTBAUM – Ένας Ολλανδός Ρεμπέτης

Leave a Comment