Επικαιρότητα — 29/07/2012 at 00:01

Μια Μικρή Αίγινα στη Μεγάλη Ελλάδα

by

Μια Μικρή Αίγινα στη Μεγάλη ΕλλάδαΤο πιο μεγάλο εμπόδιο για έναν ταξιδιώτη είναι ο ύπνος. Ή μάλλον ο ύπνος και ο χρόνος σε απόλυτη συνάρτηση. Ξεκινάς πάντα με το άγχος αν θα προλάβεις το καράβι και δε σου περνά αυτό το βάσανο παρά μονάχα όταν επιστρέψεις στην αφετηρία σου. Ειδικότερα, στο δικό μας ταξίδι, σε ένα μέρος κοντινό και οικείο προς την Ελλάδα, πρέπει -όπως λένε- να είναι κανείς πολύ προσεκτικός.

Το ταξίδι πρέπει να ξεκινήσει νωρίς το πρωί από την Αίγινα· το πρώτο πλοίο από εδώ για Πειραιά και ύστερα το κατάλληλο λεωφορείο για Πάτρα, ίσως και τρένο για μια πιο χαλαρή διαδρομή. Από εκεί πρέπει να μπεις σε ένα μεγαθήριο -για τα δικά μας αιγινήτικα δεδομένα- που θα τραβήξει ρότα για Μπάρι, το πιο ξακουστό λιμάνι της Ιταλίας. Κάποιες ώρες μετά ο καθένας επιλέγει πια “Ελλάδα” θα ακολουθήσει· κάποια ελληνόφωνη πόλη στα στενά της Σκύλας και της Χάρυβδης, ή στο Σικελικό κέντρο, λίγο μακρύτερα από τους πρόποδες του ηφαιστείου της Αίτνα, ανάμεσα στους φιστικένιους θάμνους και τους μακρόστενους πεσμένους καρπούς της ιταλικής Αίγινας. Ένα λεωφορείο μένει μόνο για να συναντήσεις τη Μεγάλη Ελλάδα και τη μικρή φιστικούπολη. Καλημέρα, Μεσσήνη, Συρακούσες – φιστίκι και γλυκά.

Μια Μικρή Αίγινα στη Μεγάλη ΕλλάδαΜπρόντε: η Αίγινα της Σικελίας

Η εξόρμηση ξεκίνησε από ένα άκουσμα, μια τυχαία αναζήτηση στο ίντερνετ, μια εργασία, δύο χρόνια πριν, από την περιβαλλοντική ομάδα του Γυμνασίου. Το Μπρόντε είναι μια μικρή πόλη παραγωγών φιστικιού θαμμένη μέσα στην κρύα λάβα, κοντά στην πλαγιά του ηφαιστείου της Αίτνα. Μέσα από τις στάχτες, πριν από λίγους μόλις αιώνες, αναγεννήθηκε ένα φυτό, με όψη γνώριμη σε όλους τους Αιγινήτες, η φιστικιά. Σε αυτήν την πόλη κάθε χρόνο φτάνουν λεωφορεία και ταξί, ποδήλατα και λιμουζίνες, άνθρωποι από όλες τις γωνιές του κόσμου για να παρακολουθήσουν μια σειρά εκδηλώσεων, να περπατήσουν στο μακρύ δρόμο του φεστιβάλ και να δοκιμάσουν τις γεύσεις, να μυρίσουν τα αρώματα όλων των προϊόντων· από τα φιστίκια έως τα παστέλια, από τα γλυκά στα παγωτά.

Αριστερά και δεξιά στο πετρόχτιστο σοκάκι, υπάρχουν μικροί ξύλινοι πάγκοι με απλωμένα τακτικά όλα τα γλυκίσματα, τόνους φιστικιού. Τίποτε άλλο εκτός από τα παράγωγά του δεν έχει θέση εκεί, “στη γιορτή του φιστικιού δε χωράνε άλλα πέραν από το φιστίκι”. Πίσω από τους πάγκους βρίσκεις αγρότες με τα ρούχα της δουλειάς, βιοτέχνες και εργοστασιάρχες με καπέλα να μιλούν για τη διαδρομή τους, να προσφέρουν κάθε δυνατή πληροφορία για την καλλιέργεια, τη συγκομιδή, τις συνταγές. Σε κερνούν παγωτό φιστικί, γλυκό φιστίκι, ποτό φιστίκι, λίγη πάστα φιστικιού, χίλια μύρια σκευάσματα με κύριο συστατικό -και βέβαια- το φιστίκι. Όλος ο κόσμος της πόλης περιστρέφεται γύρω από τον πράσινο μικρό αποφλοιωμένο -ή με το κέλυφος- ήρωα της. Με περίπου ίδιες προοπτικές θεσμοθετήθηκε και το δικό μας φεστιβάλ φιστικιού Από ένα τέτοιο ταξίδι ξεκίνησε, μια μικρή επίσκεψη τέσσερα και πλέον χρόνια πριν.

Ως Αιγινήτης επιβάλλεται να επισκεφτείς έστω κι ένα στρέμμα της φιστικοπλαγιάς του Μπρόντε και ως Έλληνας να περιπλανηθείς σε όλη την έκταση της Κάτω Ιταλίας. Γρήγορα κανείς συνειδητοποιεί τις ομοιότητες. Δεν είναι μόνο το φιστίκι που ενώνει τους δύο πολιτισμούς, είναι οι δράσεις χρόνων που έχουν αφήσει αναλλοίωτα τα σημάδια τους. Οι δρόμοι σε τραβούν να γνωρίσεις τη Μεγάλη Ελλάδα. Μια χούφτα φιστίκια και ξεκινά μια ιστορική διαδρομή.

Τουρίστας σε πάτρια εδάφη

Τα έξοδα για τον τελικό προορισμό αγγίζουν κοντά τα 700ευρώ και ισοδυναμούν με μια εβδομάδα περιπλάνησης και εξερεύνησης στα μικρά και μεγάλα σημεία του ελληνισμού, της ιστορίας της πατρίδας μας. Ο προορισμός, αν και εξωτερικό, απέχει “τρία τσιγάρα δρόμο” από το τρίτο λιμάνι της χώρας, την Πάτρα, βγαίνεις από το καράβι στο Μπάρι και νιώθεις μια συνέχεια. Το σώμα επικοινωνεί διαβολικά με το χώρο, λες και διατηρείται ακόμη μια μυστική συνάφεια αιώνων. Επτά μέρες για να αφουγκραστείς την ανεπανάληπτη ίσως ελληνική δύναμη, να συγκινηθείς και να θυμώσεις τριγυρνώντας στη Νότιο Ιταλία, τη γνωστή παγκοσμίως Μεγάλη Ελλάδα, να γευθείς τους καρπούς μιας αδελφής πόλης, του Μπρόντε.

Το καράβι είναι γεμάτο Έλληνες, Ιταλούς, Άγγλους… Τα πάνω από πέντε δρομολόγια την ημέρα για Μπάρι, αποτελούν φορείς του ελληνικού και ιταλικού ονείρου. Το ταξίδι θα διαρκέσει αρκετά ώστε να ανταλλάξεις ανησυχίες και εμπειρίες, προτάσεις και διαμαρτυρίες για τα νέα μέρη που σε καρτερούν. Κάποιοι θα σου μιλήσουν για όλα εκείνα τα οποία διάβασαν κατά την προετοιμασία τους, άλλοι για αυτά που έζησαν σε προηγούμενο ταξίδι. Δεν είσαι σίγουρος για το τι πρόκειται να αντικρίσεις. “Θα είναι όντως σα μια δεύτερη Ελλάδα;” Κατεβαίνεις από το πλοίο και φιλιέσαι με τους νέους εν πλω φίλους σου, με μια ευχή, “εις το επανιδείν” με βαλίτσες αυτή τη φορά φορτωμένες εντυπώσεις και αναμνήσεις.

Με χάρτη και λεξικό ανά χείρας, ζητάς πληροφορίες και λεπτομέρειες με ακρωτηριασμένα αγγλικά. Να και μια παρέα Ελλήνων φοιτητών, τώρα όλες σου οι πρακτικές απορίες, θα λυθούν πιο εύκολα. Σε πηγαίνουν μπροστά από τα κατάλληλα μέσα μεταφοράς και σου μιλούν για τη ζωή στο Μπάρι, για την ελληνική επαρχία, για τους εδώ Έλληνες. Πέραν από τις οικογένειές τους δε φαίνεται να τους λείπει κάτι άλλο.

Η διαδρομή σε φέρνει αντιμέτωπο με την πρώτη πινακίδα του δρόμου. Ποιος θα περίμενε να βρει στην καρδιά της Ιταλίας ή της Σικελίας, έναν οδοδείκτη με λατινικούς και ελληνικούς χαρακτήρες, επιγραφές με γνωμικά αρχαίων φιλοσόφων και αγάλματά τους! Όσο αφήνεις πίσω σου το βορρά, τόσο πιο έντονο γίνεται το ελληνικό στοιχείο. Οι δρόμοι, τα σπίτια, οι ναοί, οι οδοί… Στην Καλημέρα, μια μικρή επαρχία του Λέτσε, ακούς σκόρπιες ελληνικές λέξεις, ονόματα, δείγματα γραικανικής διαλέκτου… Ο Γιώργος και όχι ο Τζόρτζιο, ο Πέτρος και όχι ο Πέντρο, η Ελένη και όχι η Ελέν. Τα ήθη, τα έθιμα, οι στιγμές από την καθημερινή τους ζωή μαρτυρούν την επιρροή από τις εκστρατείες των Ελλήνων στη μεσόγειο μία χιλιετία, λίγους αιώνες ή δεκαετίες πριν. Στα σχολεία, τα αρχαία ελληνικά είναι ένα από τα κύρια μαθήματα, θα ακούσεις πολλούς εφήβους να σου μιλούν για τα έργα του Πλάτωνα, να επικαλούνται ρητά του Αριστοτέλη, να σε ξεναγούν στα μνημεία της κλασσικής και βυζαντινής εποχής.

Μόνο αν προχωρήσεις σε αυτά τα μέρη θα καταλάβεις γιατί λένε πως στη Νότιο Ιταλία πρέπει να είσαι προσεκτικός. Αρχικά θα σκεφτείς την Ιταλική μαφία, τους νονούς, τα μαύρα όπλα, τις σφαγές, τους τύπους με τα καπέλα και τις ουλές παντού στο κορμί τους. Ύστερα, αν προσέξεις πιο αργά κάθε πιθαμή του χώματος, θα ξυπνήσουν θύμησες από το σχολείο· ο Θουκυδίδης, οι τριήρεις, η Σικελική εκστρατεία, ο Σωκράτης και ο τύραννος των Συρακουσών, πιο πριν ο Οδυσσέας… Σου έρχονται στο μυαλό τμήματα διαφόρων εποχών και γεγονότων, από τις ιστορίες που εθνικά και πατριωτικά βολεύουν και διευκολύνουν. Σε κάθε φωτογραφικό πλάνο βρίσκεις και μια ομοιότητα, ένα στοιχείο που θες να παγώσεις για να το συγκρίνεις εκ του σύνεγγυς με τον τόπο σου. Κάθε χιλιόμετρο με το αυτοκίνητο, ή το ποδήλατο, είναι μια μικρή ακόμη έκπληξη.

Η κούραση μοιάζει επίτευγμα, τα μισοφαγωμένα από το περπάτημα παπούτσια διαγράφουν τη λαχτάρα και την πληρότητα των εικόνων, ο γεμάτος επιπλέον σάκος τα ευρήματα και τις αναμνήσεις ως βάλσαμο της λησμονιάς. Σε περιτριγυρίζουν τσάντες γεμάτες καλούδια· φιστικί από το Μπρόντε αρκετά όμοιο με το δικό μας, λεμοντσέλο, κρασί, εσπεριδοειδή από την Καλημέρα, κομμάτια από τη λάβα και βραχιολάκια από στέρεα στάχτη. Η φωτογραφική μηχανή είναι γεμάτη από τις εκκλησίες, ο ναός των Αγίων Πέτρου και Παύλου, η Μαρία η μανάβισσα, οι μαθητές όταν διάβαζαν αρχαία, οι λιχουδιές στο στρωμένο κυριακάτικο τραπέζι. Το καράβι φθάνει ξανά και βιάζεσαι να φυλάξεις τα τηλέφωνα των ελληνόφωνων Ιταλών. Πάντα θα ξέρεις, ό,τι κι αν γίνει, πως μια μικρή Μεγάλη Ελλάδα θα βρίσκεται δίπλα λίγες ώρες μακριά σου, αν κουραστείς, αν σου λείψει, μπορεί να σε καλοδεχτεί· μια μικρή απόσταση για μια τόσο Μεγάλη Ελλάδα.

Leave a Comment