Featured, Τέχνες — 25/09/2011 at 17:55

Soul Project: Μια Έκθεση – Εμπειρία

by

Ανήγγειλε ότι θα έκανε μια έκθεση φωτογραφίας όπου θα ζωντάνευε τις Ψυχές της Πόλης του. Διευκρίνισε πως οι ψυχές αυτές βρίσκονται για εκείνον παντού – σ’ ένα καφάσι ψάρια ή στο ζαρωμένο και μαζί παιδικό χαμόγελο ενός γέροντα που στέκεται αγκαζέ με τη γερόντισσά του. Το στοίχημά του ήταν ότι ο φακός, σαν προέκταση κι εργαλείο της ίδιας μας της αντίληψης, μπορεί να αποτυπώσει την άυλη διάσταση προσώπων και καταστάσεων, το αληθινό τους «είναι», πέρα από τον περιορισμό του «φαίνεσθαι.» Δύσκολο στοίχημα – είναι σα να λες ότι μπορείς να δώσεις πνοή στον κόσμο της καθημερινότητάς σου – και κατά κοινή ομολογία το κέρδισε.  Στην έκθεση του Δημήτρη Βλάικου με τον τίτλο Soul Project στο Λαογραφικό Μουσείο οι εκατοντάδες επισκέπτες της βραδιάς των εγκαινίων την Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου καθηλώθηκαν από την αύρα, την ενέργεια, τη ζωντάνια που εκπέμπανε τα 120 κρεμασμένα στους τοίχους πορτρέτα. Ήταν πράγματι σα να περιφερόσουν σ’ ένα χώρο κατοικημένο από σημαίνουσες ψυχές. Για τον ιστορικό του μέλλοντος η έκθεση αυτή ίσως αποτελέσει σημαντική πληροφορία για την Αίγινα – την Ελλάδα – του σήμερα, πληροφορία σίγουρα πιο έγκυρη από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, ή τις κορώνες των τηλεοπτικών δελτίων. Για μας όλους ήταν ένα χρειαζούμενο σοκ. Δεν είναι ξένος ο διπλανός μας: είναι μια πόρτα στην πραγματικότητα, την άβυσσο, της ανθρώπινής μας ύπαρξης. Η μεγάλη αρετή του Βλάικου δεν ήταν η άψογη επάρκεια που έδειξε σα φωτογράφος – η μεγάλη του αρετή ήταν οι ποιότητες της ματιάς του. Δεν υπήρχε κριτική, ούτε απαξίωση, υπήρχε μόνο στοργή, κατανόηση, χιούμορ, σεβασμός, στον τρόπο που κατέγραψε τους περιστασιακούς ήρωές του. Αποτέλεσμα, κανείς δεν αντιστάθηκε στο κάλεσμά του. Μέχρι οι σοφοί γέροντες σηκώθηκαν από το καφενείο να πάνε να δουν τον εαυτό τους ή τους φίλους τους τόσο μοναδικά παρουσιασμένους. Πρώτη φορά πέρασαν την πόρτα του Λαογραφικού άνθρωποι τόσο ετερόκλητοι, και – όπως αποδείχτηκε – τόσο άρρηκτα δεμένοι.

Είχε δουλέψει χρόνια ο Βλάικος γι αυτή τη δημιουργία. Χρόνια παρατηρούσε με προσήλωση στάσεις, φυσιογνωμίες, ειδικά γερόντων, τα χιλιοφορεμένα τους ρούχα, τα χούγια τους, τη δράση και την επίδραση της κάθε τους καλημέρας, μέχρι να φτάσει να βλέπει την ουσία της κάθε τους ρυτίδας. Κι όταν ήταν έτοιμος, έστησε μια μικρή οθόνη για φόντο στα καφενεία του Δημαρχείου, πήρε μαζί τα εξαρτήματα της δουλειάς του και για τρεις μέρες φωτογράφιζε όποια χαρακτηριστική φιγούρα περνούσε από μπρος του. Κατ’ αυτό τον τρόπο, ελεύθερα, δημόσια, σε μια συνεχή ροή, μέσα σε καλαμπούρια και πειράγματα, πάρθηκαν οι περισσότερες από τις 120 φωτογραφίες – εκθέματα, και σίγουρα όλα έχουν τη σημασία τους σε μια αληθινή επιτυχία.

Στα εγκαίνια παραβρέθηκε ο δήμαρχος κύριος Σ. Σακκιώτης, που μίλησε στο χαιρετισμό του για την εκδήλωση με τα καλύτερα λόγια για τον 29χρονο δημιουργό, όπως άλλωστε κι ο πρώτος του καθηγητής στη φωτογραφία κ. Αρτίκος , κι επίσης ήταν εκεί και άλλοι παράγοντες του δημόσιου βίου μας, ο αντιδήμαρχος κ. Φ. Τζίτζης, ο αντιδήμαρχος κ. Ν. Κουκούλης, ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου κ. Π. Πετρίτης, καθώς και ο πρώην Δήμαρχος κ. Π. Κουκούλης. Αλλά τα διακεκριμένα πρόσωπα αυτή τη φορά δεν ήταν οι επίσημοι, ήταν οι «οικοδεσπότες», τα πορτρέτα καθαυτά. Κι εκεί καταργήθηκαν οι κοινωνικές συμβάσεις – η έφηβη, τα κοριτσάκια με τις παραδοσιακές στολές και τα λαμπερά μάτια, η άφοβη ματιά του Γούργουλα, η αψήφιστη πόζα της μπον – βιβέρ, η κούραση του παλαίμαχου ναυτικού, είχαν όλα τη θέση τους και την ισότιμη σημασία τους στο μαγικό, γεμάτο ιστορίες και θρύλους, ολοζώντανο τοπίο μας.

Εξαιρετικό εύρημα οι χαρτονένιες φιγούρες σε φυσικό μέγεθος. Από μακριά, το γεροντικό ζευγαράκι στην είσοδο έμοιαζε πιο αληθινό από τους επισκέπτες, το ίδιο και τα υπόλοιπα ομοιώματα στην αίθουσα και την αυλή. Γυρνούσες, τα έβλεπες δίπλα σου κι έλεγες «συγγνώμη» σα να είχες σκουντήσει κορμί με σάρκα και οστά.

Τέλος, γιατί τίποτα δεν αφέθηκε στην τύχη του σ’ αυτό το project, ήταν το μπουζουκάκι, η κιθάρα, τα κουτάλια του Ζόρζ Κουταλί, ήταν ο μπουφές με τις ελιές, την ταραμοσαλάτα, το τυρί και το τσίπουρο ή το κρασάκι, θεμελιώδη συστατικά για μια γιορτινή, γεμάτη ελληνικότητα μάζωξη σαν αυτή.

Μέσα στην μιζέρια και τη δυσκολία των καιρών ένας νέος άνθρωπος βρήκε τον τρόπο να συνδέσει τα κομμάτια μας, να μας κάνει να νιώσουμε ένα, να χαρούμε, να συγκινηθούμε, να καλοπεράσουμε. Ευχή όλων μας, να κρατήσει για πάντα την καθαρή του ματιά, γιατί έχει πολλά ακόμα να μας δώσει.

Υ.Γ. Ειπώθηκε στα εγκαίνια πως όταν κλείνουν οι πόρτες, σβήνουν τα φώτα, και φεύγουμε όλοι από εκεί μέσα, τα πορτρέτα αυτά, μιλάνε μεταξύ τους. Κι έτσι να’ ναι, θα μιλάν σίγουρα για καλό.

[vsw id=»gz6MRjVr94g» source=»youtube» width=»650″ height=»380″ autoplay=»no»]

 


 







Leave a Comment