Featured — 24/12/2011 at 11:30

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

by

Τα Χριστούγεννα του 2011 ήταν παράξενοι οι καιροί. Πολλά είχαν έρθει τα πάνω κάτω τα τελευταία δυο χρόνια στις καταναλωτικές κοινωνίες της Δύσης: ο καπιταλισμός είχε δείξει το νεκρικό πρόσωπο της σήψης του ως στυγνός τοκογλύφος, μια μαφία παγκόσμια επέβαλε κεφαλικά χαράτσια στη μια χώρα μετά την άλλη, στο όνομα κάποιας χρεοκοπίας που μόνοι τους είχαν προκαλέσει και μόνοι τους συντηρούσαν, ο κόσμος υπέφερε, φοβόταν, πεινούσε, ενώ το οικοδόμημα όλο διαλυόταν στα εξ ων συνετέθη. Τα συμπτώματα έγιναν πρώτα εμφανή σε μια μικρή χώρα της νοτιανατολικής Ευρώπης, την Ελλάδα. Ήταν μια παράξενη γωνιά του πλανήτη, ένα σκέτο στολίδι. Καταγάλανες θάλασσες κι ουρανοί, χώμα καρπερό, ένα κλίμα μαλακό και φιλόξενο, και μια ιστορία που πότιζε με μνήμες κι άυλες κληρονομιές την ίδια τη γη. Μα όλ’ αυτά τόσο παρατημένα, εδώ και δεκαετίες, τόσο παρεξηγημένα, χάρη ενός εύκολου πλουτισμού, που όταν τραβήχτηκε το χαλί της ψεύτικης ανάπτυξης κάτω από τα πόδια των λαών, η μικρή Ελλάδα δεν είχε ένα αγκωνάρι να σταθεί. Η κεντρική εξουσία είχε φτάσει να μην έχει καμία σχέση με τον κόσμο που κυβερνούσε, σαν αντίπαλοι σ’ ένα ρινγκ ήταν, υπουργοί αποκαλούσαν τους πολίτες τους «κοπρίτες», «διεφθαρμένους», και τους μαστίγωναν με μέτρα αλύπητα,  αδιάκριτα, μέχρι τελικής εξόντωσης, αντί να τους υπηρετούν. Κάθε έννοια νομιμότητας βρισκόταν στον αέρα κι έτσι η παγκόσμια μαφία κατάφερε να γκρεμίσει εν μια νυκτί το ούτως ή άλλως σαθρό οικοδόμημα χωρίς καμία αντίσταση.

Μέσα σε λιγότερο από δυο χρόνια από την εκδήλωση της κρίσης, η Ελλάδα έβλεπε τον κόσμο της να καταρρέει. Συγκοινωνίες καταργούνταν ή αραίωναν, τα σχολεία λειτουργούσαν χωρίς βιβλία ή θέρμανση, τα περιπολικά και τα σκουπιδιάρικα δεν είχαν πετρέλαιο να κινηθούν, οι άνθρωποι έχαναν τις δουλειές και τα σπίτια τους, γέροντες έμεναν χωρίς φάρμακα και παιδιά λιποθυμούσαν στα σχολεία από την πείνα, οικογενειάρχες έπεφταν από το μπαλκόνι στην απόγνωσή τους, χτεσινοί νοικοκύρηδες κατέληγαν να κοιμούνται στα παγκάκια με το παλτό τους για κουβέρτα, παιδιά εξαρτημένα από ουσίες έχαναν τα φάρμακα και τη θεραπεία τους – ενώ η παγκόσμια μαφία απειλούσε δια στόματος κυβέρνησης και πολιτικών, «Κι άλλα θα δώσετε για να μην ψοφήσετε όλοι σας μαζί από την πείνα. Έτσι και πάτε κόντρα, ούτε φακές δε θα’ χετε να φάτε, γιατί ούτε φακές δεν είστε άξιοι να βγάλετε.»

Ήταν σκληρό κι άδικο. Δεν τιμωρούσαν τους πρωταίτιους της σαπίλας μ’ αυτό τον τρόπο, τους γέρους τιμωρούσαν και τα παιδιά, τους δάσκαλους που θα τα μάθαιναν γράμματα και τους γιατρούς που θα τα έκαναν καλά. Κι ούτε θα έβλεπε ποτέ κανείς προκοπή με τέτοιου είδους τακτικές – απλά θα σακατεύονταν γενιές ολόκληρες. Ήταν τόσο κρίμα κι άδικο, που ο κόσμος άρχισε να ξυπνάει. Έβγαιναν ένας – ένας από το καβούκι του, σταμάτησε να είναι νόμος εκείνη η αφύσικη αποξένωση κι ο εγωκεντρισμός, έγινε κοινή υπόθεση το αδιέξοδο και η σκοτούρα του καθένα, που ήταν και το πρώτο βήμα για να σταθούν ξανά στα πόδια τους. Η απαρχή της θεραπευτικής αντίδρασης αποτυπώθηκε πρώτα στα μικρά μέρη, που είχαν σοβαρά πλεονεκτήματα αυτή την εποχή, και σ’ ένα τέτοιο μέρος αναφέρεται η χριστουγεννιάτικη ιστορία μας.

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Στην Αίγινα, ένα νησάκι του Αργοσαρωνικού, με σημασία και διαδρομή που ξεπερνούσαν εκατομμύρια φορές όλους αυτούς τους καραγκιόζηδες, ντόπιους και ξένους, που αενάως κανόνιζαν την τύχη της. Τα πλεονεκτήματά της πάμπολλα στη δύσκολη συγκυρία. Καταρχήν ήταν τα φυσικά γνωρίσματα. Τα ηλιοβασιλέματα, οι μυρωδιές, τα ψαροκάικα στο λιμάνι, να περνάς από ένα κήπο και να μοσχοβολάει γιασεμί, πράγματα που χωρίς να το παίρνεις χαμπάρι σε έκαναν πιο ανθρώπινο, πιο μαλακό. Έπειτα, σε μια κοινωνία προσώπων αντί αριθμών, όλο και κάπως την έβγαζες, και μάλιστα – με όλες τις δυσκολίες – καμιά φορά σου φαινόταν ότι ζούσες πιο συγκινητικά τώρα παρά όταν είχες λεφτά και τα πετούσες. Ο ένας φίλος ψάρευε, ο άλλος μάζευε χόρτα, ο τρίτος έβαζε τα λεμόνια από τις λεμονιές του στο τραπέζι, ο τέταρτος θα έφερνε λάδι από τις ελιές του ή κρασί, άλλος θα έπαιζε μουσική, άλλος θα τραγουδούσε ή θα μαγείρευε, και στήνονταν αβίαστα κι ανέξοδα τα βιώματα της επόμενης μέρας. Στο καφενείο όλοι έλεγαν καλημέρα μεταξύ τους, κι οι πλανόδιοι σκουρόχρωμοι δεν ήταν ξένο σώμα για τους γύρω τους. Όχι ότι είχαν ξεριζωθεί από τις καρδιές η  υποκρισία, η στενομυαλιά, η βία κι ο θυμός, αλλά από ένστικτο επιβίωσης, για να μη σε πνίξει πια η μαυρίλα, άνοιγες τα μάτια να ψάξεις τα όμορφα. Κι όσο τα έψαχνες, τόσο τα έβρισκες. Ψαρεύοντας έρχεται η θάλασσα, όπως το έλεγε ο Ελύτης.

Όπου, με το που άρχισε να σηκώνεται η κουρτίνα στο μικρό νησάκι του Αργοσαρωνικού, φάνηκε από κάτω μια υγιέστατη δραστηριότητα, απόλυτα στο ύψος των περιστάσεων. Κορυφαία στιγμή εκείνης της δύσκολης χρονιάς, όταν ένωσαν τη φωνή τους οι Επαγγελματίες με τους Αγανακτισμένους αλλά και πολιτικούς ή άλλους φορείς – κατάμεστο ήταν το Δημοτικό Θέατρο εκείνο το πρωί – και συμφώνησαν να μην επιτρέψουν σε φερμένα από την Αθήνα συνεργεία της ΔΕΗ, (καθώς κανείς ντόπιος δε θα το έκανε αυτό), να κόψουν το ρεύμα σε νοικοκυριά που το είχαν ανάγκη. Μακροπρόθεσμα  μπορεί να μην έπαιζε κάποιο ρόλο ο συμβολικός διήμερος αποκλεισμός του γραφείου της Ηλεκτρικής Επιχείρησης, αλλά το ότι καταλάβαιναν το ίδιο πράγμα ομάδες τόσο διαφορετικές και το έκαναν κοινή δράση έμοιαζε σαν ένα πρώτο ψήγμα δημοκρατίας. Και βγήκαν κι άλλα ελπιδοφόρα, γενικά, ξεσηκωνόταν ο κόσμος, ξεδίπλωνε τις πτυχές του, αναπτυσσόταν. Ένας συνταξιούχος καπετάνιος, με ανοιχτό μυαλό και καλή πένα, δεν άφηνε να κακοποιήσουν κι άλλο, ξανά, για το τίποτα, το αρχαίο λιμάνι του νησιού του, κάποιοι πήγαιναν και παρενέβαιναν στα δημοτικά συμβούλια, διάφορες ομάδες ή πρόσωπα έπαιρναν επάνω τους, σαν προσωπική τους υπόθεση, το ό, τι καταλάβαιναν καλύτερο όχι για την τσέπη τους αλλά για τον ιστορικό τους χωροχρόνο. Υπήρχαν από πριν οι σπόροι, σαφέστατα, απλά τώρα εκδηλώνονταν ως μια γενική στάση. Ήταν μια καινούρια, ζωοδότρα, δίνη, με απλωτές προς τα πάνω, που άξιζε τον κόπο να την αποτυπώσεις, έστω σε ένα μεμονωμένο περιστατικό.

Ο Νεκτάριος Χριστοδούλου γέννημα θρέμμα Αιγινήτης, ήρθε στον πολύπλοκο αυτό κόσμο το ’82. Άτακτο παιδί, ατίθασο, στη Β! Γυμνασίου τον έδιωξαν για σοβαρή απρέπεια μετά από ένα τσαμπουκά που του έκανε η Φιλόλογός του. «Και για 40 να μου γράψεις, εγώ θα σε κόψω», τον είχε απειλήσει, σε μια άγαρμπη προσπάθεια να καταστείλει την ακραία εφηβική του αυθάδεια. Κι ο Νεκτάριος είχε απαντήσει αναλόγως, πασαλείβοντας με προϊόν ιδίας παραγωγής την έδρα της Φιλόλογου και τους τοίχους της τάξης, στη διάρκεια ενός διαλείμματος. Μα για κακή του τύχη τον είδε από το παράθυρο μια καθαρίστρια, όπου μαθεύτηκε σε όλο τον κόσμο πόσο χεσμένο είχε ένα τέτοιου τύπου σχολείο, κι η σχέση του με τα ιδρύματα της «μάθησης» υπέστη μια σοβαρή ρήξη. Έκανε τη διαδρομή του, βιοπορισμός, στρατός, δουλειές περιστασιακές, χάσιμο στα ξεχειλώματα με τα φιλαράκια, μα δεν του καθόταν καλά. Το ήθελε το άτιμο το απολυτήριο. Του άρεσε και το διάβασμα, Θουκυδίδης, Πλάτωνας, μέχρι το «Αγών μου» του Χίτλερ είχε προσπαθήσει να διαβάσει, αλλά αυτό: «στις 30 σελίδες το έκλεισα. Είναι τρελός ο άνθρωπος. Γιατρούς ήθελε.»

Οπότε, μετά από μια ακόμα ενδιάμεση απόπειρα, που απέτυχε γιατί έγινε προφανώς με μισή καρδιά, ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για να πάρει υπόσταση η εσωτερική του ανάγκη. Δουλεύει το καλοκαίρι του ’11 απογευματινή βάρδια στο καφενείο της Τασούλας Γαλάρη, κι έρχονται να πιουν τη μπίρα τους δυο καθηγητές καινούριας κοπής, ο φυσικός Ρέτσος, κι ο φιλόλογος Παπαδάκης. (Οι εκπαιδευτικοί καινούριας κοπής, όπως και οι εφοριακοί, νοσηλεύτριες, σκουπιδιάρηδες και τεχνικοί της ΔΕΗ, αποτελούν θεμελιώδες συστατικό αυτής της καταγραφής. Παίζουν το ρόλο του από μηχανής Θεού, που αλλάζει την εικόνα της σαπίλας.) Ο Νεκτάριος, λοιπόν, τους λέει, την ώρα που τους σερβίρει, το νταλκά του, και οι καινούριας κοπής καθηγητές τον παροτρύνουνε: «Γιατί δεν έρχεσαι να γραφτείς φέτος;» Στα 29 του, στη Β! Γυμνασίου, συμμαθητής, δηλαδή, με 13χρονα παιδιά, σ’ ένα νησί όπου οι πάντες καταγράφουν και σχολιάζουν, ανάλογα πώς το κουτσοβλέπει ο καθένας, ό, τι πιάσει κι ό, τι δει το μάτι τους. Μα φυσικά, γιατί όχι; Ο αγώνας κόντρα στο «Αγών Μου» αρχίζει. Χτυπάει μια-μια τις πόρτες, η γραφειοκρατία τις κρατάει κλειστές, ώσπου του ανοίγει η τελευταία, από την Τασούλα Μπέση στο Γυμνάσιο του Μεσαγρού. Φοιτά εκεί από το Σεπτέμβρη. Η πρώτη μέρα του φάνηκε οδυνηρά αμήχανη, «Μου ερχόταν να σηκωθώ να φύγω,» αλλά είχε φτάσει ήδη πολύ μακριά για να κωλώσει. Συνεχίζει, φροντίζοντας να είναι προσεκτικός με τα 13χρονα παιδιά – συμμαθητές «είμαι και καπνιστής, πρέπει να υπάρχει σεβασμός», μαθαίνει, αράδα, από παντού, κυρίως από το καφενείο, όπου παραμένει τα απογεύματα για το βιοπορισμό.  «Το καφενείο είναι Σχολείο με κεφαλαία γράμματα κι ένα θαυμαστικό. Συναναστρέφεσαι όλα τα είδη των ανθρώπων, από 90 χρονών μέχρι 20.»

Όσο για το κανονικό σχολείο, ο έλεγχος που πήρε πριν από λίγες μέρες δεν έχει τζάμπα τα 19 και τα 18, η ματιά του πάνω στις Θερμοπύλες του Καβάφη, στο μάθημα του Κειμένου, με τη Β. Σπυροπούλου, κέρδισε άξια το άριστα, μιας κι ακολουθώντας τη συμβουλή της καθηγήτριας, δεν έκανε «copypaste», παρά έψαξε κι έγραψε αυτό που αισθανόταν. Φταίει σε μεγάλο βαθμό η καλή του σχέση με τους καινούριας κοπής καθηγητές για την προκοπή αυτή, («σε νιώθουν, σ’ ακούνε, σου μιλάνε»), η σχέση του με τους πρώτους αυτουργούς, Παπαδάκη και Ρέτσο, με την Άννα Μαρία Λεούση.

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Οι προς τα πάνω απλωτές διαδίδονται. Λέει ο Νεκτάριος στο φίλο του Στέλιο Γιαννακόπουλο, ετών 25, γκαρσόνι στο Έναστρο, που είναι έτοιμος να πάρει των ομματιών του μέσα στον πανικό, «Και πώς θες να πας μετανάστης στην Αυστραλία χωρίς ένα χαρτί στα χέρια σου;» Όπου βρέθηκε και ο Στέλιος ετεροχρονισμένα σε θρανίο σχολείου, στην Β! Λυκείου συγκεκριμένα. Μπορεί να μην είχε την έφεση του Νεκτάριου στο διάβασμα, αλλά, με το που του δόθηκε η αφορμή, είχε άλλες άκρες να πιαστεί για να συνεχίσει. Πρώτα την υπόσχεση που είχε δώσει στον πατέρα του (στα 51 του πέθανε, από καρδιά), να πάρει κάποτε το απολυτήριο. Κι έπειτα είχε μπλέξει από παλιότερα με τη θεατρική ομάδα της Λάγιας Μαστρογιαννίδου (συγχαρητήρια, παιδιά, τα καταφέρατε!) οπότε πού να τα παρατήσεις όλ’ αυτά, χωρίς πρώτα να το παλέψεις;. «Και να με κόψουνε φέτος, γιατί δούλευα μέχρι και το Σεπτέμβρη στη Σαντορίνη, κι έχω πολλές απουσίες, θα ξαναδοκιμάσω του χρόνου.» Για του λόγου το αληθές, την επομένη είναι να πάει στην Αθήνα, να δώσει αίμα, πράγμα που θα του σβήσει τις απουσίες δυο ημερών.

Μια Χριστουγεννιάτικη Ιστορία

Την τελευταία κουβέντα στη συνάντηση εκείνη, παραμονές Χριστουγέννων του 2011, που ξετύλιξε το νήμα της ιστορίας μας, την είπε ο Νεκτάριος. Στο καφενείο τα λέγαμε, βραδάκι, γύρω στις 8, με φόντο τα στολισμένα με φώτα ψαροκάικα στο λιμάνι και παρέα δυο τρεις από τους παλαιότερους, που θα μπορούσαν να είναι περήφανοι παππούδες του 29χρονου γυμνασιόπαιδα.

«Ξέρεις τι; Θέλω να ξεκολλήσω από αυτό το βούρκο της ελληνικής πραγματικότητας. Αν δε φύγουν οι δοσίλογοι από τις θέσεις που έχουν καπαρώσει, αν δε δουλέψουν άνθρωποι με καρδιά και με μεράκι, βράσ’ τα κι άσ’ τα.»

Τούτα μαρτύρησα και τούτα έχω να μολογήσω από την ηρωική εκείνη περίοδο που κουβαλούσε στην κοιλιά της το σπέρμα της ελπίδας.

Χρόνια όμορφα κι ανθρώπινα σε όλο τον κόσμο.

Leave a Comment