Featured — 14/05/2012 at 08:26

Αντίο άγγελε μου!!!!!!!

by

Και ξάφνου άνοιξαν οι ουρανοί κι οι ακρωτηριασμένοι σου άγγελοι βρήκαν και άνοιξαν τα κατάλευκα φτερά τους να σε προϋπαντήσουν. Κι ύστερα τα σύννεφα απλώθηκαν βαριά πάνω από το νησί κρύβοντας τον όλο φως αιγινήτικο ήλιο που αποτύπωνες στις ζωγραφιές σου. Ο τόπος πάγωσε και δίχως υπερβολή, ησυχία κυριάρχησε με μιας και διαδέχθηκε την κατάφορη μουρμούρα. Η είδηση βαριά: «Ο Φραγκίσκος “έφυγε”»·  αυτές οι τρεις λέξεις σεργιάνισαν γρήγορα όλο το νησί.

Σεργιάνισαν όπως συνήθιζες κι εσύ να τριγυρνάς στα στενά, τους χειμώνες με την επιτηδευμένα στραβιά τραγιάσκα σου και το καλοκαίρι με ένα ψάθινο καπέλο. Σε κάθε γωνιά κι ένας γνωστός σου, μάζευες καλημέρες, κουβέντιαζες, έδινες συμβουλές και μέσα στα λίγα πράγματα που’ χες ακόμη να πεις –όπως επισήμανες- έκανες παρεμβάσεις, μιλούσες για την παλιά Αίγινα, την Αίγινα των παιδικών σου χρόνων και την Αίγινα του σήμερα.

Έλεγες πως για τη γλύκα σου ευθύνεται το σάκχαρο και όλο με αστεία μας έκανες να πέφτουμε χάμω από τα γέλια. Σατίριζες, αυτοσαρκαζόσουν.  Δεν είχες το κρύο χιούμορ της εύκολης ζωής, άλλωστε η ζωή σου είχε πολλά σκαμπανεβάσματα. Μπορεί να είχες μια αξιοζήλευτη πορεία, όταν όμως αποφάσιζες να δοκιμάσεις κάτι καινούργιο, να βρεις αυτό που πραγματικά σου ταίριαζε μηδένιζες το κοντέρ και πάλι απ’ την αρχή προσπαθούσες! Όπως είχες πει στην τελευταία σου συνέντευξη, μια από τις σπάνιες, στις 27 Αυγούστου 2010 στη “Νέα Εποχή”, η οικονομική δυνατότητα και η ιδεολογία, παρότι υπήρξε τροχοπέδη για τις σπουδές σου, δε στάθηκε ικανή να σε απομακρύνει από ό,τι αγαπούσες. . «Πήγα στην Ιταλία για σπουδές σε σοβαρές σχολές, αλλά θα ήθελα να έχω τελειώσει και τη σχολή Καλών Τεχνών, όπως και την Αρχαιολογική σχολή. Δε συνέβη όμως, γιατί δεν είχα την οικονομική δυνατότητα. Μάλιστα ένας καθηγητής μας, ο Δημήτρης Θάνος, είχε την ιδέα να με συστήσει για μια υποτροφία ώστε να μπορέσω να σπουδάσω. Εκείνοι όμως με απέρριψαν με τη δικαιολογία ότι έχω κομμουνιστικές ιδέες. Δε θα ξεχάσω τα δάκρυα του καθηγητή μου, τόσο που τον λυπήθηκα και του είπα: «Μη δακρύζετε κύριε καθηγητά. Εγώ θα τα καταφέρω». Και τα κατάφερες! Πάλεψες με θεριά, κυλίστηκες στις λασπολογίες τους, άγγιξες τον πάτο και είδες από άλλη οπτική την τέχνη. Όμως έφθασες και  στην κορυφή, κέρδισες την αγάπη μας, το σεβασμό μας, την καρδιά μας και η αξιοπρέπεια που επέδειξες στα 74 μόνο χρόνια της ζωής σου, μοιάζει βάλσαμο και νικά τον πόνο που ο θάνατός σου αφήνει.

Μέσα από το facebook ή κατά την ορολογία σου, το φάτσεbook  , η σκέψη σου –όπως έλεγες- συναντούσε το σπινθηροβόλο πνεύμα  των νέων της Αίγινας και μέσω της προσωπικής σου σελίδας μοιραζόσουν κάθε όραμα, κάθε έγνοια, κάθε τι που μόλις είχες δημιουργήσει. Σου άρεσε να παίζεις με την εικόνα σου, έμπαινες σε διάφορες ιστοσελίδες και έκανες κολλάζ στις φωτογραφίες σου. Πότε σε τριγύριζαν καλλίγραμμα μοντέλα, πότε μοιραζόσουν τις ίδιες συνοδούς με τον Κλούνει και περπατούσες το κατακόκκινο χαλί των Όσκαρ, άλλοτε πάλι προσπαθούσες μετά μανίας να σαρώσεις πιο παλιές εικόνες με τη φίλη σου Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ή την εικοσάχρονη Τσέχα που είχε ήδη παντρευτεί και αποκτήσει το αγοράκι της. Κάπου εκεί μπήκα κι εγώ στη ζωή σου.

Είχες αφήσει τη ζωγραφική γιατί η κατάσταση της υγείας σου δεν το επέτρεπε, τότε μπήκε στο στόχαστρο σου η νέα τεχνολογία, ο υπολογιστής, το ίντερνετ και λίγο αργότερα τα social media, οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Κι εγώ έμελλε και θέλησες να γίνω η δασκάλα σου σε αυτήν τη διαφορετική ανακάλυψη του νέου ηλεκτρονικού σύμπαντος. Τα μαθήματά μας πότε εντατικά, πότε πιο αραιά· όποτε ερχόσουν το χειμώνα στο νησί και όλο το καλοκαίρι. Το φθινόπωρο ζητούσες μια καλή επανάληψη. Κάθε φορά οι δικές σου ανάγκες και απαιτήσεις καθόριζαν τη διδακτέα ύλη·  τώρα πια μπορώ να το ομολογήσω, τις περισσότερες φορές με έπιανες αδιάβαστη και την επομένη έψαχνα τις απαντήσεις των δεκάδων ερωτήσεων σου για να σε ευχαριστήσω.

Κάθε μάθημα ξεκινούσε κάπως έτσι: Λίγο μετά τη βόλτα σου στην αγορά, τα ψώνια της ημέρας και την καθιερωμένη συζήτηση με τους γονείς μου, με έπαιρνες από το μαγαζί και πηγαίναμε στο μικρό αυτοσχέδιο γραφειάκι του σπιτιού σου, στο δωματιάκι κάτω από το τεράστιο πεύκο πάντα περιτριγυρισμένο από τις γάτες που βόλταραν σε ολόκληρη την αυλή.  Άνοιγες την πόρτα με το χαρακτηριστικό «Κάππος» γραμμένο με μαύρο μαρκαδόρο στο κουδούνι. Έβγαζες το καπέλο, το ακουμπούσες στον εκτυπωτή και μέχρι να ανοίξει ο υπολογιστής συζητούσαμε για την ιστορία του φιστικιού, τη σημασία του για τον τόπο, την κρίση και τις επιχειρήσεις που κλείνουν, για τον αγαπημένο σου φίλο Γιάννη Μόραλη και μου έδειχνες όλο περηφάνια τον πίνακα με την αφιέρωση του,  για την απλότητα στις γραμμές της Αίγινας κι ένα σωρό άλλα πράγματα.  Κι ύστερα το μάθημα ξεκινούσε. Είχες από κοντά ένα μπλε απλό τετράδιο και σημείωνες, γιατί εύκολα θα τα ξεχνούσες, μα παρ’ όλο το φόβο σου μάθαινες πολύ γρήγορα. Έπειτα άρχισες να με λες «κυρα-δασκάλα» -πόσο έντονα το ακούω τώρα πια στην ψυχή μου- και εγώ που ένιωθα και νιώθω τόσο μικρή μπροστά σου, αισθανόμουν πάρα πολύ παράξενα. Αυτοπεποίθηση, έκσταση και ντροπή μαζί.

Σε ένα από τα τελευταία μαθήματα, μου έδειχνες το άλμπουμ με τις φωτογραφίες από την έκθεσή σου στην Πράγα, ήσουν ο πρώτος Έλληνας ζωγράφος που εξέθεσε εκεί έργα του. Η Αίγινα και η ιδιότυπη εικαστική εμμονή σου με το νησί–αν θα με άφηνες να τη χαρακτηρίσω έτσι-, ταξίδεψε στην Τσεχία· η δική σου Αίγινα έτσι όπως τα μάτια ενός έμπειρου ζωγράφου, ενός ρομαντικού καλλιτέχνη και ενός νησιώτη αντιλαμβάνονται τη γραμμή και τα χρώματα του ορίζοντα, τα καΐκια, τη θάλασσα, την ακροθαλασσιά . Ούτως ή άλλως, οι πίνακές σου παρουσιάζουν αυτό που οι ρομαντικοί πίστευαν πως πρέπει να πρεσβεύει κάθε έργο τέχνης. Η ζωηρή και έντονη αποτύπωση μιας μορφής, ενός στοιχείου της φύσης, ενός αντικειμένου να οδηγούν το θεατή να αισθανθεί  με ανάλογο πάθος αυτό που ο ίδιος ο καλλιτέχνης αισθανόταν την ώρα της δημιουργίας, να νιώσει το δέος, να συνειδητοποιήσει το ταλέντο.

Σημάδι πως είχες μάθει αρκετά, «φτάνει για σήμερα», ήταν η κούραση των ματιών σου μπροστά στην οθόνη. Και ύστερα μέχρι να τακτοποιήσεις τις σημειώσεις, να τα βάλεις όλα πάλι στη θέση τους, μου έδινες ιδέες για συνεντεύξεις και άρθρα, μου έδινες τηλέφωνα και στοιχεία, με έβγαζες από τον κόπο της έρευνας. Πότε-πότε μιλούσαμε και για την επιβεβαρυμένη υγεία σου, για το θάνατο τον οποίο θεωρούσες φυσικό επόμενο  και δε φοβόσουν, ίσα-ίσα τον ανέμενες σα μια ακόμη έκπληξη της ζωής που θα ερχόταν να σε λυτρώσει. Τον τελευταίο καιρό, κάθε φορά που συναντιόμασταν,  μου έλεγες πως θέλεις πολλά να με ρωτήσεις και ότι έχεις ξεχάσει ήδη τα μισά απ’ όσα είχαμε μάθει . Δεν έμπαινες και πολύ στο ίντερνετ γιατί ετοίμαζες μια έκθεση στο εξωτερικό για την Αίγινα του Νίκου Καζαντζάκη και έτρεχες να φωτογραφήσεις το δρόμο, να ακολουθήσεις και εσύ το καθημερινό δρομολόγιο που εκτελούσε ο λογοτέχνης για να κατέβει στην αγορά. Δεν πρόλαβες γιατί έφυγες τόσο ξαφνικά, τόσο γρήγορα, με ένα τέλειο, γαλήνιο χαμόγελο, σημάδι πως η ψυχή σου βρήκε ξανά το δρόμο της, τις παρέες, τους αγγέλους που τα φτερά τους άρτια πλέον πετούν δίπλα μας και εσύ με μιας έγινες ένας από αυτούς

Αντίο Φραγκίσκο, αντίο άγγελέ μου και σε ευχαριστώ για όλα, τόσο μα τόσο πολύ….!!!

Η κυρα- δασκάλα σου!

fragkiskos_kappos

Leave a Comment