Featured, On Air — 04/06/2012 at 14:51

Υπάρχει Μοναξιά;

by

Αναγνώστρια του Aegina News μας έστειλε το παρακάτω χρονογράφημα, και το δημοσιεύουμε με όλο το σεβασμό για την αγωνία που αποπνέει, αλλά και για το μήνυμα που μεταφέρει: ότι κανείς μας δεν είναι μόνος στη ληστρική λαίλαπα που απειλεί όχι μόνο την ευημερία ή το ηθικό μας, αλλά την ίδια μας την επιβίωση.

Υπάρχει μοναξιά; Αναρωτιέμαι. Μετά από τόσα που συμβαίνουν. Δεν υπάρχει μοναξιά. Και μόνος του να είναι κάποιος υπάρχουν γύρω του οι κάριες, τα αρπαχτικά αυτά  μαύρα  πουλιά που κράζουν με την άγρια φωνή τους καθώς πετούν πάνω από το κεφάλι μας και μας τρομάζουν.

Κλείνω τα παράθυρα να μην τα ακούω, ανοίγω την τηλεόραση και τι βλέπω; Κουνάω το κεφάλι γιατί  αντιλαμβάνομαι, ότι έχω πέσει θύμα κάποιων που θέλουν να μου αρπάξουν ότι έχω και δεν έχω. Το κακό είναι πως για να μου πάρουν αυτά που προσπαθούσα μια ζωή να φτιάξω μου λένε,- εσύ φταις. Τι φταίω ρε παιδιά; Πάλι  τρομάζω. Τα παιδιά μου, το σπίτι μου, μη μου τα πάρετε. Παναγία μου! Φωνάζω.

Και για να μην τρελαθώ κλείνω την τηλεόραση και βγαίνω στο δρόμο. Τώρα βλέπω με συμπάθεια τις κάριες. Προχωράω σκεπτικός στο δρόμο,  παίρνω μερικές ανάσες οξυγόνο, κοιτάζω τον ήλιο και χαλαρώνω. Δεν πληρώνω γι αυτό. Τουλάχιστον για την ώρα. Σκέφτομαι πως η φύση, ο ήλιος ο ζεστός μέσα στη βαρυχειμωνιά, είναι  δώρο από το Θεό. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να  μου τον πάρουν, δεν έχουν τη δύναμη. Χαμογελάω. Γιατί πιστεύω πως δε θα καταφέρουν ποτέ να κλέψουν τον ήλιο από τον κάθε φτωχό που έχει ανάγκη  τις φωτεινές ακτίνες, τη συντροφιά και τη θαλπωρή του.

Προχωράω προς την παραλία και κάθομαι σε ένα καφενείο να απολαύσω ένα καφέ.

Αναρωτιέμαι. Υπάρχει μοναξιά;
Κοιτάζω γύρω, κόσμος πολύς.
Κλείνω τα μάτια. Δε μιλώ. Αφουγκράζομαι.
Κομμάτια μαζεύω από λόγια. Νοιάζομαι.
Πίκρα μεγάλη,  θλίψη, αντάρα, πόνος βαθύς.
Προσπαθώ να τα βάλω, όλα σε μια σειρά.

-Μα πώς μπορεί να γίνει αυτό; Δυστυχία.
-Τα όνειρα μου χάθηκαν. Με πιάνει απελπισία.
-Τα χρήματα που παίρνω είναι λιγοστά.
-Κι εγώ ό, τι είχα τα έδωσα στην εφορία.
-Αχ, θεέ μου, λέει μια κοπελιά, κουράστηκα να ψάχνω για δουλειά.

Βαρέθηκα. Δεν ξέρω πως θα ζήσω. Κλαίει.

Δεν αντέχω να ακούω όλα αυτά, σηκώνομαι και φεύγω, σαν να φταίω εγώ, που σκέφτηκα να απολαύσω τη φύση, τον ήλιο. Τρέχω να φύγω μακριά. Τι μπορώ να κάνω; Οι φωνές, τα παράπονα, μου πληγώνουν την καρδιά. Περπατάω με σκυμμένο το κεφάλι. Κλωτσώ με δύναμη ένα τενεκεδένιο κουτί που βρήκα μπρος μου. Ο θόρυβος που κάνει, τους αποσπά την προσοχή. Με κοιτούν και χαμογελούν. Και ξαφνικά σηκώνονται και άλλοι να κλωτσήσουν το τενεκεδάκι μου. Τους βλέπω ξαλαφρωμένους. Και τότε μου έρχεται μια ιδέα. Πάω στον κοντινό κάδο, βρίσκω και άλλα τενεκεδάκια, τους τα δίνω.- Κλωτσάτε, φίλοι, χαλαρώστε. Κλωτσήστε τους τενεκέδες που μας έφεραν σε αυτό το χάλι. Δεν αξίζουν τίποτα. Από τα σκουπίδια είναι.  Το γέλιο τους τώρα πλαταίνει. Νοιώθω πως τους έκανα για λίγο να ξεχάσουν. Και η κοπέλα που έκλαιγε προηγουμένως με κοιτά με σημασία. Της κλείνω το μάτι και χαμογελά. Αυτή η μικρή επιβράβευση μου δίνει χαρά. Φεύγω τώρα πιο ήρεμος. Γυρίζοντας στο σπίτι βλέπω τις κάριες που φωνάζουν και λέω: Φωνάξτε όσο θέλετε, μόνο μη μου πειράξετε τα φυτά μου. Αυτά που με τόσο κόπο έχω φτιάξει. Κάθομαι κάτω από τη γέρικη ελιά της αυλής μου. Τα φύλλα της είναι γεμάτα υγεία και λάμπουν από τη χθεσινή βροχή. Την κοιτάζω. Νομίζω πως τα κλαδιά της γέρνουν έτοιμα να με αγκαλιάσουν. Μου δίνει χαρά. Σκέπτομαι πως αν είχε λαλιά θα μού’ λεγε,- κοίτα με, στέκομαι μετά από τόσα χρόνια, έχω αντισταθεί σε μπόρες και σε καταιγίδες. Να, οι καρποί μου, είναι δικοί σου. Με πότισες, με φρόντισες, είμαι δυνατή.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώνομαι και αρχίζω να σκαλίζω, βγάζω τα ζιζάνια από τη γη και από μέσα μου. Τώρα έχω όρεξη για δουλειά. Πέταξα κι εγώ μακριά την κακομοιριά. Θα δουλεύω όλη μέρα τη γη μου. Το χώμα που έχω ποτίσει με τον ιδρώτα μου για να μου δώσει καρπούς να θρέψω την οικογένεια μου. Θα κουραστώ για να τους απολαύσω. Θα τους μοιραστώ με τους ανθρώπους που εγώ θέλω. Θα προσπαθήσω να διαφυλάξω ή και να κρύψω ακόμα τον κόπο μου, από όλα τα αρπακτικά που έρχονται με πλάγιους τρόπους να μου ποδοπατήσουν την περηφάνια μου. Θα αντέξω. Λέω στον εαυτό μου.

Σήκωσε το κεφάλι, σου ψηλά, μαλάκωσε ψυχή μου πέτα  τις σκέψεις της αδυναμίας μακριά, η ζωή είναι δικιά σου. Κοίτα, ο ήλιος, σου χαμογελά.

Ζήσε τη μοναξιά σου.

Το αεράκι που ανάλαφρα φυσά,  αυτή την ώρα κουνά τα φύλλα της ελιάς που σιγοτραγουδάνε  το τραγούδι της ελπίδας. Σκέφτομαι. Όσα δε λένε οι άνθρωποι  τα λέει όλα η φύση. Είναι αυτή που δε ζητάει τίποτε άλλο από μας, μόνο αγάπη. Η φύση δε μας θέλει θυμωμένους, εκείνη μας χαμογελά, μας τραγουδά,.

Έτσι ξαλαφρωμένος σπάω τα δεσμά της δουλείας που προσπαθούν να μου επιβάλλουν όλα τα φερέφωνα και αρχίζω δουλειά. Τραγουδώ,  κάνω όνειρα, έτσι χαίρομαι τη δική μου μοναξιά. Όμως δεν είμαι μόνος. Τώρα όλα είναι όμορφα.

Όταν μπαίνω στο σπίτι κουρασμένος, ακούω την τηλεόραση να λέει πάλι τα δικά της. Με ηρεμία εξηγώ σε όλους την εμπειρία μου  και τους παρακαλώ, να την κλείσουν γιατί πρέπει να μιλάμε και να χαιρόμαστε ο ένας την παρουσία του άλλου. Μαζί, ενωμένοι, θα αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες της ζωής, σφίγγοντας τα χέρια μας δυνατά.  Κατάλαβαν. Με κοίταξε η κόρη μου με αγκάλιασε και μού πε, μαζί σου πατέρα.  Κοιτάζω τη γυναίκα μου, δακρύζει, ο γιος χαμογελά, μια νέα σχέση ανθίζει μέσα στις καρδιές και νομίζω τίποτε δε μετράει όσο αυτό.

Υπάρχει Μοναξιά;

Leave a Comment