On Air — 20/12/2012 at 22:14

Οι Πιο Λεπτές Χορδές της Λυράρισας

by

Οι Πιο Λεπτές Χορδές της ΛυράρισαςΗ αγάπη της για τους ήχους, τους ανθρώπους, για κάθε πιθαμή της Κρήτης ξεκινά –όπως όλες οι μεγάλες αγάπες- τυχαία. Κι ενώ η σχέση της άρχισε με μια αλλόκοτη άρνηση για το νησί, για τη μουσική, εξελίχθηκε με το μεγαλύτερο πάθος στον πιο τρανό έρωτα, τη μεγαλύτερη λατρεία για τις νότες των πανηγυριών, των χωριών, των πόλεων που κρατά με απαράμιλλη ένταση τέσσερα χρόνια τώρα. Η λύρα για τη Μαρδικούλα Λουρέντζου είναι η προέκταση του αριστερού της χεριού και της ψυχής της. Με εκείνη εκφράζει την αγάπη, τις σκέψεις, τα όνειρα, τη μετάνοια και τη συγγνώμη της. Σκαρώνει μελωδίες και μαντινάδες με την ίδια ευκολία που πιάνει το δοξάρι να ερμηνεύσει Ερωτόκριτο, Ξυλούρη…

Το παραμύθι, λοιπόν, ξεκινά με την πρόσκληση του κου Βαγγέλη και της κα Ελένης, οικογενειακών φίλων, για μια ταξιδιωτική απόδραση στο Ηράκλειο. Από την πρώτη στιγμή οι φιλόξενοι άνθρωποι τη γοητεύουν και οι μελωδίες στο τοπικό γλέντι του Μπαδιά Μονοφατσίου τη μαγνητίζουν. Μένει αποσβολωμένη και αμίλητη να ακούει έναν εντελώς διαφορετικό ήχο και μια φωνή που «δεν υπάρχει», εκείνη του συνομηλίκου ξακουστού στα μέρη λυράρη, Γιώργου Γλυκοκόκαλου. Κάπως έτσι μπήκε στη ζωή της η λύρα. Στην Αίγινα γύρισε με το ζόρι και ξετρελαμένη έβαλε στόχο να μάθει κι εκείνη πια να παίζει.

«Αφού τους είχα “πρήξει” όλους, τα Χριστούγεννα του 2009, ο παππούς μου μού πήρε μία λύρα, όμως δεν ήταν επαγγελματική, παραδοσιακή». Άρχισε να δουλεύει προκειμένου να κατορθώσει να αγοράσει μια επαγγελματική, χειροποίητη λύρα που θα είχε τον ιδανικό κρητικό ήχο, αυτόν που απ’ την πρώτη εκείνη αίσθηση είχε σφηνώσει στο μυαλό της. Κι όμως, ήρθε μια μοίρα γλυκιά που η μεγάλη της επιθυμία βρήκε την άκρια να υλοποιηθεί. Έτσι, στην απόλυτη χρόνωση, ένας διαγωνισμός στον κρητικό ραδιοφωνικό σταθμό -που παίζει εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο στο σπίτι της- την έβγαλε νικήτρια να κρατά μια λύρα κατευθείαν από οργανοποιείο της Κρήτης. Την πήρε και την έβαλε κοντά-κοντά στο κρεβάτι της περνώντας ώρες να την κοιτά, να την επεξεργάζεται και να τη φροντίζει.

Τα μαθήματα λύρας ξεκίνησαν κάμποσο καιρό αργότερα. Μια φορά την εβδομάδα στον Πειραιά με το δάσκαλο της Πλάτωνα Τσουπάκη να την ενθαρρύνει να μην τα παρατά στις δυσκολίες που συνάντησε. Για τη Μαρδικούλα, πλέον, η Κρήτη καλύπτει κάθε σημείο έκφρασης. Ακούει σχεδόν αποκλειστικά εκείνη τη μουσική που γεμίζει πλήρως την καρδιά της  και ασυναίσθητα ζωγραφίζει λύρες σε βιβλία, σε θρανία, στην παλάμη της. «Η λύρα είναι ένα είδος αγάπης. Πολλές φορές έλεγα ότι είναι ο “έρωτας” της ζωής μου. Δε μπορώ να με φανταστώ να μην παίζω έστω δύο λεπτά την ημέρα. Πολλές είναι οι φορές όπου οι γονείς μου έχουν απηυδήσει όταν σηκώνομαι πέντε η ώρα το πρωί για να παίξω. Είναι ένα είδος απόδρασης από τα μαθήματα και το διάβασμα.»

Παίζει για προσωπική και μόνον ανάγκη και έρχεται σε τόσο δύσκολη θέση όποτε της λένε να παίξει δημοσίως –όπως πριν κάποιες εβδομάδες σε γνωστό κρητικό εστιατόριο της Αίγινας-. Θα μοιραστεί με ένα πλατύ χαμόγελο τις μελωδίες που γνωρίζει με φίλους και συγγενείς που την κοιτούν με περηφάνια, θαυμασμό και της ζητούν να τους μάθει μια μαντινάδα, κάτι από τις παραδοσιακές νότες της Κρήτης που κάθε καλοκαίρι επισκέπτεται με περίσσεια χαρά εξερεύνησης. Για εκείνη άλλωστε δεν είναι απλώς αγγίγματα χορδών ενός μουσικού οργάνου, είναι η ζωή της με κάθε κομμάτι της προσωπικότητάς της, είναι το ευχάριστο διάλειμμα και η δύναμη της για τις πανελλήνιες που την περιμένουν.

Leave a Comment