Featured, Πολιτική — 28/07/2011 at 08:00

Μια Κοινωνία Ζητάει το Ορφανοτροφείο της

by

Μια Κοινωνία Ζητάει το Ορφανοτροφείο τηςΕίναι δεδομένο ότι η χρεοκοπία ήταν καταγραμμένη ως γεγονός μπροστά στα μάτια μας πολύ πριν το όποιο μνημόνιο και το επακόλουθο ξεπούλημα των πάντων. Ένα από τα χειροπιαστά παραδείγματα, το Ορφανοτροφείο του Καποδίστρια, το πρώτο Ελληνικό δημόσιο κτίριο από τη σύσταση του κράτους μας.

    Πέρα από το νερό, υπάρχουν κι άλλοι τρόποι βάπτισης στην παράδοσή μας: δυο από αυτούς είναι τα δάκρυα και το αίμα, και το Ορφανοτροφείο έχει βαπτιστεί μέσα στους αιώνες σε κολυμπήθρες του Σιλωάμ και με τα δυο.  500 ορφανά μάζεψε εκεί ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας (ο καθόλου Αιγινήτης αυτός ηγέτης που διάλεξε το νησί μας για πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας, προικίζοντάς το με παρακαταθήκες που όσο πάει γίνονται πολυτιμότερες), κι ο καθένας μπορεί να φανταστεί πόσο αίμα και πόσο δάκρυ κουβαλούσαν τα παρασκήνια του ιστορικού στιγμιότυπου. Ωστόσο, αυτό που δίνει μια διαχρονική διάσταση στο όραμα του καποδιστριακού ορφανοτροφείου, είναι πως δε «μάζεψε» απλά τα παιδιά, ούτε έδωσε απλά λιγοστό έστω ψωμί σε 2.000 οικογένειες τα χρόνια που κράτησε η κατασκευή του. Έγινε ταυτόχρονα ένα τεράστιο κέντρο μάθησης, όπου τα ορφανά κι οι ψυχογιοί που φιλοξενήθηκαν εκεί διδάσκονταν όχι μόνο γράμματα αλλά και τέχνες, όπως του μαραγκού ή του σιδερά, ώστε να έχουν ένα εφόδιο στα πολύ δύσκολα βήματά τους. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι τέσσερις πρώτοι απόφοιτοι του Ορφανοτροφείου ήταν και οι τέσσερις πρώτοι νέοι λαϊκής καταγωγής που έγιναν δεκτοί, με παρέμβαση του Κυβερνήτη, σε στρατιωτικές σχολές – αποκλειστικά «αμπελοχώραφα» της αριστοκρατίας εκείνη την εποχή.  

Ένα άλλο ιστορικό στιγμιότυπο που φιλοξένησαν τα πέτρινα τείχη ήταν η χρήση τους ως φυλακές, άλλοτε ποινικών κι άλλοτε, στα δύσκολα χρόνια της ιστορίας μας, πολιτικών κρατουμένων, τότε που τους έπαιρναν οι δεσμοφύλακες δέκα – δέκα και τους πήγαιναν στον Τούρλο για να τους εκτελέσουν με τα μάτια δεμένα.  Στις 6 και 7 Μαίου του 1948, συγκεκριμένα, εκτελέστηκαν 36 άνθρωποι, κι ένας από αυτούς, ο Κώστας Γιαννόπουλος, έγραφε ένα βράδυ πριν την εκτέλεσή του: «…τώρα πια δεν είμαστε οι ανήμποροι κι αδύναμοι/ κι ούτε ένα σφίξιμο κανείς δε νιώθει στην καρδιά του/γυρτός κανείς, δειλός κανείς, μονάχα ψηλομέτωποι/ανοίγουμε την πόρτα του θανάτου/…κι αφού στη φλόγα λιώσαμε κι όλοι μας σβήσαν οι καημοί/να, με τον ίδιο θάνατο, το θάνατο πατάμε…»

   Το ποίημα αυτό πήρε πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Νεολαίας και Φοιτητών στο Βερολίνο, το 1951, με κριτές τον Πολ Ελυάρ, τον Ναζίμ Κιχμέτ και τον Πάμπλο Νερούντα.

   Μετά το εκατονταετές περίπου σκοτεινό ιντερλούδιο, τον Ιανουάριο του ‘85 οι φυλακές έκλεισαν, με ποτάμια δάκρυ και αίμα χαραγμένα ανεξίτηλα, με λόγια ή ζωγραφιές, στους τοίχους τους. Ένα από τα κελιά της απομόνωσης, εκείνα τα ένα επί δυο καμαράκια, με το σιδερένιο κρίκο στο βάθος, για να αλυσοδένουν τους δύστροπους τροφίμους, έχει για τοιχογραφία μια μπορντούρα από φύλλα ελιάς.

   Στη συνέχεια, το ορφανεμένο Ορφανοτροφείο βρήκε ξανά τρόπους να επιτελέσει τον πρωταρχικό του ρόλο, στεγάζοντας το γύρισμα της ταινίας του Τ. Σπυριδάκη «Ο κήπος Του Θεού», με θέμα μια εξέγερση σε φυλακές –  που διακρίθηκε με τέσσερα  πρώτα βραβεία στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης –  αλλά και πολλά άλλα δρώμενα φορτωμένα με μεγαβάτ πληροφορίας για την ανήσυχη κι ευαίσθητη φύση του Ανθρώπου: ερασιτεχνικά θέατρα και κουκλοθέατρα, μουσικά σχήματα, μέχρι και το ΕΚΠΑΖ, με τα άγρια ζώα του και τους ταγμένους εθελοντές του.

   Μα άρχιζε πια να καταρρέει. Οι τοίχοι που είχαν κτιστεί, λόγω ένδειας κι όχι ιεροσυλίας, με τα θεμέλια του ναού της Αφροδίτης στην Κολώνα, έψαχναν ένα κορμό να τους στηρίξει, και βρέθηκε μια ομάδα ανθρώπων, με επικεφαλής την αρχαιολόγο κ. Τουλούπα, που φύσηξε πάλι πνοή στο σχεδόν νεκρό κουφάρι. Κινήθηκαν οι διαδικασίες, βρέθηκαν χρήματα, κοινοτικά κονδύλια, νέα παιδιά, αρχαιολόγοι και συντηρητές, το δούλεψαν και το υπηρέτησαν με όλο το πάθος που τους γεννούσε η ιστορία του. Αλλά μετά τα χρήματα άρχισαν να χάνονται, έφευγαν από την πηγή τους και μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους είχαν εξαφανιστεί. Τα παιδιά επέμεναν, μήνες άμισθα, κάποια θα δούλευαν και σήμερα άμισθα για ό, τι αγάπησαν κι ένιωσαν εκεί μέσα.  Δεν έπαιζε ρόλο: η βούλα είχε μπει. Χρεοκοπία. Με την αναπαλαίωση στην τελική της φάση, με το μεγαλύτερο μέρος του τεράστιου κτιρίου απόλυτα συντηρημένο, οι πόρτες σφραγίστηκαν, οι εργάτες και οι αρχαιολόγοι και οι συντηρητές απολύθηκαν, κι άρχισαν οι ατέρμονες συζητήσεις για το τι θα το κάνουμε κάποτε, όταν κι εφόσον και αν.

   Σήμερα, o καθαγιασμένος τόπος παραμένει κλειστός κι αχρηστεμένος, με μια αλάνα – παύλα χωματερή να παριστάνει το δημοτικό χώρο στάθμευσης απέναντί του. Μάρτυρας  της νοητικής μας φτώχειας, ενδεχομένως.  

    Μήπως είναι εκεί η κόκκινη γραμμή που μόνο εμείς μπορούμε να τραβήξουμε αντί να τη ζητάμε από την όποια εξουσία;

   Δεν αφορά πια κανέναν το «ιδιοκτησιακό» καθεστώς του Ορφανοτροφείου. Κατά πόσο ανήκει τύποις στο Υπουργείο Πολιτισμού ή στην Αρχαιολογική ή οπουδήποτε. Αποτελεί ιστορική ιδιοκτησία του νησιού, την οποία οφείλουμε να απαιτήσουμε άμεσα. Ούτε είναι σοβαρό εμπόδιο για την επαναλειτουργία του η σημερινή έλλειψη χρημάτων, γιατί κι όταν περνούσαν εκατομμύρια ευρώ από τα χέρια διάφορων επιτήδειων δεν το είδαμε να αποπερατώνεται ποτέ. Κι ίσως υπάρχει ένας τρόπος σχετικά ανέξοδος για να μας πλουτίσει με τον όγκο της παρουσίας του.

   Όλοι οι δεκάδες, κάποιοι παγκόσμιας εμβέλειας, δημιουργοί του νησιού να πάρουν και να φτιάξουν από ένα κελί για εργαστήρι κι εκθετήριό τους με συμβατική υποχρέωση αντί για μίσθωμα ανοιχτά σεμινάρια όλο το χρόνο σε μαθητές όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (μαθήματα γλυπτικής, αγιογραφίας, κεραμικής, ζωγραφικής, μοδιστρικής, καραβομαραγκουδικής κ.λ.π.) Να διαμορφωθεί με χορηγίες ένας χώρος μονωμένος για τους νέους που παίζουν μουσική στο νησί, ένα στούντιο ηχογραφήσεων, ένα θεατράκι για τις θεατρικές ομάδες. Χρέος είναι να μεταφερθεί εκεί η Βιβλιοθήκη, καθώς στο Ορφανοτροφείο λειτούργησε επί Καποδίστρια η πρώτη Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδας, (όπως και το Εθνικό αρχαιολογικό μουσείο, το Ωδείο και η Εθνική τυπογραφία). Να κληθούν όλοι οι κάτοικοι του νησιού να συμβάλλουν εθελοντικά με όποιο τρόπο μπορεί ο καθένας στην προσπάθεια αυτή – οι μαραγκοί στα παράθυρα, οι ηλεκτρολόγοι στα ηλεκτρολογικά, οι υδραυλικοί στα υδραυλικά, να συσταθούν ομάδες εργασίας για τον καθαρισμό του χώρου, αρχιτέκτονες και μηχανικοί που έχουν πλουτίσει δεκαετίες τώρα από την οικοδομική, κατά το πλείστον άναρχη, ανάπτυξη του νησιού να καταθέσουν ο καθένας τους την πείρα του και τα τεχνικά του μέσα.

   Μακροπρόθεσμος στόχος,  ένα έμπρακτο συγγνώμη από τη νέα γενιά που έχουμε αφήσει να παραδέρνει στο τίποτα και το πουθενά, χωρίς ερείσματα ή συνέχεια, χωρίς εφόδια και αντιστάσεις,  όντως χωρίς κανένα μέλλον και καμία προοπτική (και δε μας φταίνε ούτε οι πολιτικοί ούτε οι κερδοσκοπικές αγορές γι αυτό).

    Και βραχυπρόθεσμος στόχος, βιωματικά άμεσος, ότι αύριο θα μπει ακόμα μια ψευδεπίγραφη, διεθνής βούλα κατά πόσο είμαστε οι ξοφλημένοι διαχειριστές ενός αμύθητου πλούτου.

Βικτώρια Τράπαλη

Leave a Comment